Το 1984 πήραμε το πρώτο μας βίντεο. Το είχε αγοράσει ο πατέρας μου, όπως είχαν κάνει και τόσοι άλλοι εκείνη την εποχή. Εγώ ήμουν αρκετά μικρός τότε. ‘VHS’ έγραφε πάνω και δεν είχα ιδέα τι σήμαινε αυτό. Έβλεπα απλά ένα ογκώδες, άχαρο κουτί, που κατάπινε τις, επίσης μεγάλες, κασέτες.

Μόνο που το μηχάνημα αυτό έκανε κάτι μοναδικό και ανεπανάληπτο για την εποχή εκείνη: έφερε μέσα στα σπίτια μας τον Ιντιάνα Τζόουνς, τον ΕΤ τον εξωγήινο, τους Ghostbusters και τον κύριο Μιγιάγκι. Και από τότε τίποτα δεν ήταν ποτέ ξανά το ίδιο.

Το σινεμά με μάγευε πάντα, όμως το γεγονός ότι τώρα μπορούσα να το έχω μέσα στο σπίτι μου ήταν συναρπαστικό. Οι νέες γενιές δεν θα καταλάβουν ποτέ πως είναι να μην μπορείς να δεις ξανά μια ταινία όταν αυτή πάψει να προβάλλεται στους κινηματογράφους. Το βίντεο μας έφερε αυτή την πολυτέλεια. Μας έφερε τους ήρωες μας στο σαλόνι, και μπορούσαμε να τους ξαναδούμε όσες φορές θέλαμε.

Θυμάμαι τον εαυτό μου να ξημεροβραδιάζεται στο βιντεοκλάμπ της γειτονιάς μου. Να σεργιανίζω από ράφι σε ράφι και να ψάχνω τις καρτέλες των ταινιών, μία προς μία. Καθόμουν τόσο πολύ μέσα στο μαγαζί, που κάποιες φορές περνούσε η ώρα και η μητέρα μου έστελνε τον αδελφό μου να με βρει. Θυμάμαι αρχικά να ψάχνω τις παιδικές ταινίες, και όσο μεγάλωνα να πηγαίνω στις περιπέτειες και στα θρίλερ. Υπήρχαν ταινίες τρόμου που μόνο από το εξώφυλλο τους με τρόμαζαν. Τα πόστερ τους ήταν φτιαγμένα στο χέρι. Κάποιος τα είχε ζωγραφίσει με τις ώρες, αντί να πάρει τα κεφάλια των πρωταγωνιστών με κάποιο πρόγραμμα του υπολογιστή και να τα βάλει δίπλα – δίπλα πάνω από τον τίτλο, όπως συνηθίζεται τώρα. Υπήρχε μεράκι και έμπνευση και τέχνη, και όλο αυτό ήταν το πρώτο, καλαίσθητο βήμα για να επιλέξεις μια ταινία.

Ο ιδιοκτήτης του συνοικιακού βιντεοκλάμπ ήταν ένας ευγενικός κύριος με γυαλιά. Πάντα με χαιρετούσε, ενώ όποια ταινία ήθελα να μου κρατήσει το έκανε ακόμα και αν την ήθελαν και άλλοι. Καμιά φορά σχολιάζαμε την κινηματογραφική επικαιρότητα. Δεν μιλούσαμε συχνά, αλλά υπήρχε κάτι σαν αμοιβαία κατανόηση μεταξύ μας. Σαν να καταλάβαινε το πάθος μου για τις ταινίες. Καθόταν σε ένα ψηλό σκαμπό και στον τοίχο πίσω από το ταμείο κρεμούσε τεράστιες αφίσες ταινιών από τις τελευταίες κυκλοφορίες, καθώς και ταινίες που θα έφταναν σε λίγες ημέρες και εγώ δεν μπορούσα να περιμένω από την ανυπομονησία.

Και κάπως έτσι κύλησε η δεκαετία του ’80, μέχρι που έφτασε το DVD. Πιο κομψό και πιο λεπτό από την γριά βιντεοκασέτα, που πήρε σιγά – σιγά τη θέση της στη λήθη. Το νέο φορμάτ ήταν καθαρότερο, εντυπωσιακότερο και δεν χρειαζόταν να κάνεις rewind.

Εγώ συνέχισα σταθερά να πηγαίνω στο βιντεοκλάμπ, κάπου δύο με τρεις φορές την εβδομάδα. Κάθε Παρασκευή βράδυ φόραγα το μπουφάν μου και πήγαινα για να νοικιάσω κάποια ταινία τρόμου.

Τότε δεν ήξερα πολλά για τις ταινίες εκείνες που δεν ήταν μεγάλες κινηματογραφικές παραγωγές. Οι ‘straight to dvd’ που λένε, αποτελούσαν μυστήριο. Δεν υπήρχε ίντερνετ να ψάξω πληροφορίες, ούτε μπορούσα να δω κάπου το τρέιλερ – ούτε καν να διαβάσω για αυτές. Έβρισκα κάποια από αυτές στο βίντεοκλαμπ και αν μου φαινόταν ικανοποιητικό το εξώφυλλο, η υπόθεση και οι 2-3 εικονίτσες στο οπισθόφυλλο, την νοίκιαζα. Η έκπληξη του να πετύχεις καλή ταινία – κάποιας που ξαναλέω, δεν είχες ιδέα για την ύπαρξη της – είναι κάτι που το ζηλεύω πλέον. Βέβαια είχα δει και πολλές σαβουρο-ταινίες με αυτό τον τρόπο, αλλά δεν το μετανιώνω καθόλου.

Νοίκιαζα λοιπόν την ταινία με την ελπίδα να μου αρέσει και την έβλεπα σπίτι μόνος μου, με φαγητό που είχα παραγγείλει. Ήταν κάτι σαν ιεροτελεστία αυτό για εμένα και το τηρούσα ευλαβικά κάθε Παρασκευή. Fright Night, Tremors, The Howling. Πολλές από τις μεγάλες ταινίες τρόμου τις είδα τότε. The Fly, ReAnimator, The Lost Boys.

Τα χρόνια περνούσαν και ταινίες μπαινόβγαιναν μέσα στο σπίτι. Ημερήσιες, εβδομαδιαίες, ξανα-νοικιασμένες, ενώ ξεκίνησαν και οι πρώτες αγορές dvd.

Μεγαλώσαμε εμείς, μεγάλωσε και ο κυριούλης του βιντεοκλάμπ, μεγάλωσε και το σινεμά. Όμως παρέμεινα πιστός στην εβδομαδιαία μου ενοικίαση. Είχε κάτι αυτός ο χώρος που με έκανε να αισθάνομαι καλά. Άνετα. Τώρα που το σκέφτομαι, αυτός ο κύριος πίσω από το ταμείο, πρέπει να με είδε να μεγαλώνω σταδιακά, από μικρό παιδί, με τον ίδιο τρόπο που με έβλεπαν και οι γονείς μου. Αναπολώ εκείνα τα χρόνια με ζεστασιά.

Μέχρι που το διαδίκτυο μπήκε στη ζωή μας. Ξαφνικά ήταν πολύ εύκολο να ‘κατεβάσεις’ μια ταινία. Όποια ήθελες, και ας ήταν παράνομο και άδικο. Δε θα πάθαινες τίποτα. Δεν χρειαζόταν καν να κουνηθείς από τη θέση σου. Έτσι όλοι προτίμησαν να κάνουν αυτό και το βιντεοκλάμπ της γειτονιάς μου σιγά σιγά ερήμωσε. Παρόλα αυτά δεν έκλεισε, τη στιγμή που τριγύρω του όλα τα υπόλοιπα εξαφανίζονταν με την ίδια ταχύτητα που είχαν εμφανιστεί. Το δικό μου βιντεοκλάμπ όμως παραμένει ακόμα εκεί, με τον γερασμένο ιδιοκτήτη του να εξακολουθεί πεισματικά να στέκεται πίσω από το ταμείο με τις μεγάλες αφίσες.

Ντρέπομαι που σταδιακά άρχισα και εγώ να ‘κατεβάζω’ ταινίες. Τον κινηματογράφο δεν τον εγκατέλειψα ποτέ. Εξακολουθώ να πηγαίνω συχνά – και όχι μόνο σε ταινίες με θέαμα.

Όποιος πιστεύει πως μια ταινία, ακόμα και η πιο απλή, είναι καλύτερα να την δεις στην τηλεόραση, είναι πολύ γελασμένος. Καμία 4K HDR των 70 ιντσών δεν μπορεί να αναμετρηθεί με τη μαγεία του κινηματογράφου. Απλά δεν είναι εφικτό.

Πλέον πηγαίνω σποραδικά στο βιντεοκλάμπ για να νοικιάσω κάποια ταινία. Νομίζω πως περισσότερο το κάνω για τις αναμνήσεις. Νιώθω βαρύ το βλέμμα του ιδιοκτήτη, παρότι εκείνος είναι ακόμα καλοσυνάτος. Παρά το ότι μετά βίας κρατάει το μαγαζί – ένα από τα τελευταία που υπάρχουν ακόμη.

Ίσως είναι οι τύψεις, που μεγάλωσα και βάρυνα και βρήκα την εύκολη λύση. Ίσως, μέσα σε αυτό το βιντεοκλάμπ που μεγάλωσα, να βλέπω τώρα το τέλος μιας εποχής και να κομπιάζω. Να με ενοχλεί. Όποτε πάω είναι άδειο. Είμαστε πάντα εγώ και ο ιδιοκτήτης. Νιώθω σαν το τέλος της ταινίας ‘Ο Θρύλος του 1900’, όπου δυο παλιοί φίλοι κάθονται μέσα στο κρουαζιερόπλοιο, στο οποίο πέρασαν τις καλύτερες στιγμές της ζωής τους, και συζητάνε, λίγο πριν εκείνο διαλυθεί για παλιοσίδερα.

Πλέον δεν μπορώ να θυμηθώ πότε ήταν η τελευταία φορά που πήγα στο συνοικιακό βιντεοκλάμπ. Η δουλειά, η ζωή και η τεχνολογία με απομάκρυναν χωρίς να το πάρω γραμμή. Έτσι μάλλον γίνεται με όλα τα παλιά. Μεγαλώνοντας στη ζωή πάντα θα έρχεται κάποιο καινούργιο Blu-ray με 3D εικόνα, που η κουρασμένη βιντεοκασέτα δεν θα μπορεί να συναγωνιστεί.

Μπορεί να δραματοποιώ τα πράγματα, δε ξέρω. Ίσως να φταίει και το αλκοόλ που με έχει ζαλίσει και κάνει το νου μου να τρέχει. Κάθομαι αργά τη νύχτα και βλέπω στην τηλεόραση, σε άγνωστο κανάλι, μια παλιά ασπρόμαυρη ταινία. Κανείς από τους ηθοποιούς που παίζουν σε αυτή δεν ζει πλέον, ούτε καν τα παιδιά. Ακόμα και τα σπίτια που δείχνει, δεν υπάρχουν πια, τουλάχιστον όχι σε αυτή τη μορφή.

Κουράστηκα. Νιώθω πως σε αυτή τη βραδιά κάτι με έριξε. Άφησα τις άμυνες μου, χαλάρωσα και κάτι βαθύ ήρθε ύπουλα και με άρπαξε. Κλείνω τα μάτια και σκέφτομαι να περνάω πάλι την είσοδο του βιντεοκλάμπ και να αντικρίζω σειρές από ράφια με μαγεία επάνω τους. Μαγεία που περιμένει να την ανακαλύψω.

Φοβάμαι πως μία από αυτές τις μέρες θα υποκύψω στην νοσταλγία. Πως μια Παρασκευή βράδυ οι αναμνήσεις θα με πνίξουν και τότε θα φορέσω το μπουφάν μου, θα παραγγείλω φαγητό και θα πάρω άλλη μια φορά το δρόμο μέχρι το βιντεοκλάμπ της γειτονιάς. Έχω σκοπό να νοικιάσω μία από εκείνες τις παλιές ταινίες, τις καλές. Εκείνα τα θρίλερ που έβλεπα και ξανα-έβλεπα.

Αυτό που φοβάμαι περισσότερο όμως, είναι πως όταν φθάσω το βιντεοκλάμπ δεν θα υπάρχει πια.

Πως στη θέση του θα στέκει τώρα μια μικρή καφετέρια, από αυτές που κάνουν ντιλίβερι. Πως εκεί που υπήρχαν οι σειρές των ραφιών με τίτλους που με μαγνήτιζαν σαν παιδί, τώρα θα υπάρχει αυτή η μεγάλη και άχαρη καφετιέρα με τα δεκάδες κύπελλα αραδιασμένα επάνω της, ενώ ο υπάλληλος με τα τατουάζ και το επιμελημένο μούσι θα μου προτείνει τις νέες γεύσεις. Και εκεί που ήταν το ταμείο με τις τεράστιες κινηματογραφικές αφίσες, τώρα θα μοστράρουν τις ποικιλίες του καφέ. Δυνατός, μέτριος και ελαφρύς, από χώρες μακρινές.

Φοβάμαι πολύ, πως ο κύριος του βιντεοκλάμπ που μου έδινε τις ταινίες δεν θα υπάρχει ούτε αυτός πια. Δεν θα είναι εκεί για να σχολιάσουμε κάποια νέα περιπέτεια φαντασίας ή για να μου κρατήσει κάποιο νέο τίτλο. Θα έχει χαθεί στη λήθη όπως και οι βιντεοκασέτες του.

Και τότε εγώ θα στεναχωρηθώ πολύ. Θα νιώσω μια μελαγχολία να ανεβαίνει από το στέρνο μου και να μου σφίγγει το λαιμό. Φοβάμαι πως αυτή τη στεναχώρια δεν θα μπορώ να τη διαχειριστώ, γιατί θα έρχεται δυνατή, με όλο το παρελθόν συσσωρευμένο επάνω της. Και δεν θα μπορώ να πω σε αυτόν τον κύριο πως εκείνος και το βιντεοκλάμπ του υπήρξαν μεγάλο κομμάτι της ζωής μου. Ούτε θα μάθει πόσο όμορφα ένιωθα μέσα στο μαγαζί περιτριγυρισμένος από όλες αυτές τις ωραίες ταινίες.

Και οι παραγγελίες του καφέ θα φεύγουν από τη νεοσύστατη καφετέρια και θα παίρνουν μαζί τους και τις ωραιότερες αναμνήσεις μου. Κομμάτι με κομμάτι. Καφέ με τον καφέ.
Όλες οι γεύσεις του πικρές.

*****

*Το κείμενο και όλα τα σκίτσα είναι του Μιχάλη Δαγκλή*

4 Σχόλια

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.