Μετά το επιτυχημένο Photostoriesgame #1, η δεύτερη ολοκληρωμένη ιστορία μας είναι εδώ!

Όπως μπορεί να θυμάσαι από το πρώτο, το Photostoriesgame είναι μια προσπάθεια 15 -αυτή τη φορά- ατόμων, να γράψουμε μια ιστορία χωρίς ο ένας να επηρεάζει τον άλλο. Με αρχική παράγραφο τη δική μου, κάθε δύο-τρεις μέρες περίπου ανεβάζαμε ο καθένας την συνέχεια της ιστορίας στο δικό του προφίλ, με μια δική μας φωτογραφία που θα ταίριαζε στην παράγραφό μας.

Ευχαριστώ και πάλι όσα παιδιά πήραν μέρος σ’ αυτή την ιστορία και όσους μας στήριξαν κατά τη διάρκεια!


Photostoriesgame #2

Άνοιξε τα μάτια απότομα. Ήταν νύχτα. Το σκοτάδι ήταν εκεί αλλά όχι τόσο πυκνό όπως την προηγούμενη φορά. Έστρεψε αργά το βλέμμα προς τα επάνω. Το φεγγάρι έριχνε αρκετό φως αν και δεν το έβλεπε καθαρά. Τα σύννεφα έκαναν τη δουλειά τους κρύβοντας το και αυτό ήταν κάτι που του προκαλούσε ανησυχία. Είχε κοιμηθεί πιο πολύ από όσο σκεφτόταν αρχικά. Σίγουρα τέσσερις μέρες. Μπορεί και πέντε. Φυσικά ένιωθε πολύ πιο δυνατός.

Κοίταξε το σώμα του. Οι περισσότερες πληγές είχαν κλείσει αλλά το σπάσιμο στο πόδι παρόλο που το είχε παρακάνει με τον ύπνο, χρειαζόταν περισσότερο χρόνο τελικά. Χρόνο που δεν είχε στη διάθεσή του.

Και αν είχε φτάσει κιόλας η πανσέληνος;

Κούνησε το κεφάλι του δεξιά αριστερά για να καθαρίσει το μυαλό του και να διώξει όλες τις σκέψεις. Έπρεπε να συγκεντρωθεί. Ξεκίνησε να λέει από μέσα του τα λόγια που είχε μάθει από μικρός ότι θα του έδειχναν το δρόμο.

«Ραούλ σε λένε απ’ την αρχή.

Κερδίζει όποιος πειθαρχεί.

Θάνατο σπείρε αν χρειαστεί.

Η Ωρόρα πρέπει να βρεθεί.»

Χαμογέλασε. Αν τα ξεχνούσε σήμαινε πως είχε μπει στην επιρροή της πανσελήνου και κινδύνευε θανάσιμα. Ποτέ δεν είχε συμβεί. Ποτέ όμως το φεγγάρι δεν τον είχε δει έστω και για λίγο όταν ήταν γεμάτο.

Σηκώθηκε όρθιος και ξεκίνησε να προσπαθεί να βγει από το πηγάδι που είχε βρεθεί.

Αν ήταν καλά με δυο σάλτα θα ήταν έξω. Όμως απόψε αυτό δεν ήταν γραφτό να γίνει. Όσο και αν προσπαθούσε το πόδι του δεν ανταποκρινόταν. Αν μπορούσε θα έκλαιγε απ’ την απελπισία του, όμως τα μάτια του ήταν πάντα στεγνά. Έπρεπε να διακινδυνεύσει άλλη μια μέρα ύπνου σίγουρα.

Και τότε άκουσε θόρυβο. Βήματα. Και μετά ένα σκοινί ξεκίνησε να έρχεται κατά πάνω του.

«Μπελ;»

***

Το φεγγάρι αντανακλά το φως του ήλιου. Όταν εκείνος δύει, γίνεται ο καθρέπτης του.

Τι είναι ένας καθρέπτης;

Τίποτα παραπάνω από μια επιφάνεια που αντανακλά φως, δημιουργώντας ένα είδωλο. Το είδωλο, είναι ψευδές. Είναι απλά μια αναπαράσταση, πάνω στον καθρέπτη. Όμως, όσο το φεγγάρι γεμίζει και η πανσέληνος πλησιάζει, τόσο οι αντικατοπτρισμοί αρχίζουν τις σκέψεις.

Δεν θα μπορούσαν κι αυτοί να πάρουν μια θέση στον πραγματικό κόσμο;

***

«Όταν έχει πανσέληνο, μην κοιτάζεις σε κάτοπτρα! Μην κοιτάζεις το φεγγάρι! Ούτε καν σε μια λιμνούλα με νερό! Και μην εμπιστεύεσαι κανέναν! Μπορεί να μην είναι αυτός που νομίζεις, μα το είδωλό του να έχει πάρει την θέση του!», έφερε τα λόγια της στο νου του καθώς το σχοινί έπεφτε στο πηγάδι.

«Μπελ;!» ρώτησε ξανά, αυτή τη φορά πιο δυνατά και ταρακουνώντας το σχοινί.

«Α, συγγνώμη, δεν σε άκουσα! Όχι, δεν είμαι ο Μπελ!» ένας άνδρας γύρω στην ηλικία του έσκυψε για να τον βλέπει καλύτερα «Λεμπ εδώ, μπορείς να ηρεμήσεις!» του έδειξε το σχοινί, προτρέποντάς τον να ανέβει.

Ο Ραούλ ξεφύσησε ανακουφισμένος, ευτυχώς είχε να κάνει με τον παλιό του φίλο κι όχι το σκοτεινό του είδωλο. Πήγε να πιάσει το σχοινί μα εκείνο ανέβηκε απότομα.

«Μόνο που… Εσύ πώς ξέρω ότι δεν έχεις αλλάξει; Ποιο πόδι σου είναι σπασμένο;» απαίτησε πιο αυστηρά ο άλλος στην κορυφή.

«Το αριστερό!» φώναξε ο Ραούλ

«Τέλεια! Όντως ο Μπελ σου είχε σπάσει το αριστερό πόδι πριν σε πετάξει εδώ μέσα» ανακουφίστηκε ο Λεμπ «Δηλαδή, που είσαι εσύ! Συγγνώμη για το πόδι, αν και δεν ήμουν εγώ που το έκανα… Ήμουν, αλλά…»

«Εγώ πως μπορώ να είμαι σίγουρος; Πες μου το ένα πράγμα που ξέρουμε εμείς κι όχι τα είδωλα!» διέκοψε ο Ραούλ.

«Λεμπ σε λένε απ’ την αρχή.

Κερδίζει όποιος πειθαρχεί.

Θάνατο σπείρε αν χρειαστεί.

Η Ωρόρα πρέπει να βρεθεί.»

Ακούγοντας τα λόγια που κι ο ίδιος γνώριζε πολύ καλά, πιάστηκε ήσυχος απ’ το σχοινί και με δυσκολία βγήκε επιτέλους απ’ το πηγάδι.

Κατάφερε να βγει, αλλά το κάθε βήμα του έμοιαζε Γολγοθάς από τον πόνο του ποδιού του. Καθώς περπατούσε δάκρυζε. Γύρω του εμφανίστηκε μια αχανής έρημος. Ο Λεμπ τον κοίταζε πως υπέφερε αλλά δεν μετείχε, ένιωθε ότι έπρεπε να δοκιμαστεί. Έπειτα ο Ραούλ ξάπλωσε στην γη.

«Δεν σταματάμε.», είπε με αυστηρή χροιά ο Λεμπ προκαλώντας νεύρα στον Ραούλ.

«Ευχαριστώ.»

Ο Ραούλ δεν έδωσε σημασία μόνο απάντησε όλο ειρωνεία. Ένιωθε μια ζαλάδα και έκλεισε τα μάτια. Ο Μορφέας του χάρισε ένα γλυκύ όνειρο. Κατά την διάρκεια του ύπνου του άκουγε συνεχώς το εξής:

«Λούαρ σε λένε απ’ την αρχή.

Κερδίζει όποιος πειθαρχεί.

Θάνατο σπείρε αν χρειαστεί.

Η Ωρόρα πρέπει να βρεθεί.»

Ο ήλιος του έκαψε το πρόσωπο και τον ανάγκασε να ξυπνήσει. Το φως ήταν ενοχλητικό και εκτυφλωτικό. Ο πόνος στο πόδι του δεν υπήρχε πια. Σηκώθηκε γεμάτος ενέργεια. Μπρος του δεν έβλεπε τον Λεμπ ήταν πλέον μόνος. Προχώρησε αρκετά ώσπου βρήκε μία λίμνη μια μικρή βάρκα. Ο Λεμπ δεν ήταν πουθενά.

«Λεμπ που είσαι;»

Η σιωπή του έδινε την απάντηση της. Μια μυρωδιά όμως του έσπαγε την μύτη. Μυρωδιά από σάρκα και αίμα. Την ακολούθησε σαν υπνωτισμένος. Ήταν ο Μπελ. Νεκρός! Το κεφάλι του είχε παραμεριστεί από το σώμα του. Δεν πανικοβλήθηκε μόνο χάζευε το τοπίο που ήταν νοτισμένο με το άρωμα του θανάτου.

Ένιωθε περίεργα, δεν μπορούσε να εξηγήσει αυτό που έβλεπε μπροστά του. Αν ο Μπελ ήταν νεκρός, πως γίνεται να ζει ακόμα; Ή μάλλον, πόσο ακόμα θα συνέχιζε να ζει; Ήταν ο ίδιος, χτυπημένος μεν αλλά με περισσότερη ενέργεια, και ο Μπελ νεκρός. Ένας αποκεφαλισμένος νεκρός.

Η κατάρα ήταν σαφής: «Σαν δύο σταγόνες νερό, τόσο κοντά και τόσο μακριά, ζουν και οι δύο, πεθαίνουν και οι δύο».

«Λεμπ; Λέμπ; Που σκατά είσαι; Αν το κάνεις για πλάκα σε διαβεβαιώνω πως δεν είναι καθόλου αστείο.»

Πέρασε φευγαλέα από το μυαλό του μήπως ο Λεμπ σκότωσε τον Μπελ, όσο κοιμόταν. Αλλά αν υπήρξε μάχη, γιατί δεν ξύπνησε; Δεν κοιμόταν και τόσο βαριά. Ή μήπως ο ίδιος σκότωσε τον εαυτό του; Το είδωλό τους. Γίνεται όμως;

Πρώτη φορά ένιωθε τόσο μόνος, χωρίς κανέναν να μπορεί να του δώσει απαντήσεις. Κάθισε δίπλα στο νεκρό είδωλο του, τα μάτια ορθάνοιχτα λες και παρακάλαγε, και έκλαψε πικρά. Για το παρελθόν, για το μέλλον που θα ερχόταν, για το τώρα. Για τον ίδιο. Δεν είχε αφήσει ποτέ τον εαυτό του να κλάψει. «Το κλάμα είναι για τους αδύναμους», έλεγε. Ναι, ο Μπελ ήταν ο χειρότερος του εχθρός, αλλά ήταν η αντανάκλαση του εαυτού του.

Περπάτησε προς τη λίμνη για να πλύνει τα δάκρυα του και είδε να ξεπροβάλλει ένα πλάσμα μεθυστικής ομορφιάς. Μισή άνθρωπος, μισή ψάρι. Μια γοργόνα, σαν αυτές που διαβάζαμε μικροί στα παραμύθια.

«Θα έρθεις μαζί μου;» τον ρώτησε.

«Για ποιο λόγο;»

Το χέρι του ασυναίσθητα πήγε στο πλάι της μέσης του όπου κρεμόταν συνήθως το μαχαίρι του.

Η γοργόνα τον κοίταξε βαθιά στα μάτια χωρίς να κουνηθεί. Του χάρισε ένα γοητευτικό χαμόγελο και βούτηξε πάλι το νερό. Αναδύθηκε πολύ πιο κοντά του. Τον πλησίαζε όλο και περισσότερο, ενώ το μαύρο μαργαριτάρι που φορούσε στο λαιμό της άρχισε να ακτινοβολεί. Καθώς προχωρούσε το νερό έσταζε από πάνω της. Έπεφταν σταγόνες που μετά γινόταν μικροί καταρράκτες μέχρι να πάρουν τη μορφή ενός αραχνοΰφαντου υφάσματος που εφάρμοζε στο σώμα της. Βγήκε ξυπόλυτη στην ακτή, με τα καστανά μαλλιά της να πέφτουν στους ώμους.

«Είμαι η Κάλα. Πριγκίπισσα την Λίμνης» του συστήθηκε με το χαμόγελο ακόμα στα χείλη της. Ένα χαμόγελο παιχνιδιάρικο και πονηρό.

«Πώς ξέρω ότι δεν είσαι είδωλο;»

«Τα πλάσματα του νερού δεν έχουμε είδωλα. Είμαστε από νερό και το νερό δεν έχει σχήμα. Παρά μόνο αυτό που του δίνεις. Κανείς δεν μπορεί να μας αντιγράψει. Ούτε η ίδια η Σελήνη». Έκανε μια μικρή παύση και επανέλαβε την ερώτησή της. «Θα έρθεις μαζί μου;»

«Πού; Σε ποιο μέρος; Και για ποιο λόγο να έρθω μαζί σου;» η μαγεία της ήταν έντονη και ένιωθε τις άμυνες του να πέφτουν.

«Γιατί μόνο εγώ ξέρω πώς θα σωθεί η Ωρόρα».

Η δήλωση της τον σόκαρε. Είχαν χάσει εδώ και καιρό τα χνάρια της Ωρόρα. Πάντοτε ήταν καχύποπτος, δεν εμπιστευόταν. Όμως τώρα δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς.

Η Κάλα το αντιλήφθηκε και τον πλησίασε. Ακούμπησε τα χείλη της στα δικά του. Απαλά. Σταθερά. Μέχρι που ένιωσε τα χείλη του να υποχωρούν. Τον φίλησε πιο έντονα και άφησε μέσα του την πνοή της.

«Τώρα μπορείς να με ακολουθήσεις», του είπε και τον τράβηξε από το χέρι μέσα στη λίμνη. Το φόρεμά της εξαφανιζόταν όσο το σώμα της βυθιζόταν. Και ο Ραούλ συνειδητοποίησε ότι πλέον ανέπνεε μέσα στο νερό.

Η πρωτόγνωρη για αυτόν αίσθηση, να αναπνέει μέσα στο νερό, του προκάλεσε τέτοια έκπληξη που στάθηκε ακίνητος να κοιτάει τριγύρω. Χωρίς να συνειδητοποιήσει το χρόνο, είδε ότι βρίσκονταν σε μεγάλο βάθος, με τεράστια φύκια να σαλεύουν ήρεμα τριγύρω τους. Ψάρια, ίσα με το μέγεθος του, κολυμπούσαν προς όλες τις κατευθύνσεις. Η Κάλα τον κοίταξε κι αμέσως εξαφανίστηκε ανάμεσα στα φύκια. Επέστρεψε με ένα από αυτά, που με γρήγορες κινήσεις και μαεστρία, τύλιξε γύρω από το σπασμένο του πόδι. Ο Ραούλ ένιωσε να σταθεροποιείται το πόδι του και μια θερμότητα να απλώνεται στο κορμί του.

«Αυτό θα σε βοηθήσει να έχεις καλύτερο έλεγχο των κινήσεων σου»

Τον άγγιξε στο μάγουλο.

«Θα βρούμε μαζί την Ωρόρα, στο υπόσχομαι. Δεν μπορώ να αφήσω την αδερφή μου να κρύβεται πλέον»

Γύρισε την πλάτη της και συνέχιζε να κολυμπάει προς το αχνό φως πίσω από το δάσος των φυκιών. Την ακολούθησε δειλά, μην πιστεύοντας, πως τελικά ήξερε ελάχιστα πράγματα για την Ωρόρα.

***

Η κρύπτη κάτω από την γέφυρα την προστάτευε από το φως του φεγγαριού.

«Θυμήσου Ωρόρα, είσαι η Πριγκίπισσα της Προφητείας που κρατάει την ισορροπία ανάμεσα στον πραγματικό κόσμο και τον κόσμο των ειδώλων. Τα 18α γενέθλια σου συμπίπτουν με την πανσέληνο. Αν εκτεθείς στο φως της πανσελήνου, τα είδωλα θα αποκτήσουν ολότητα και η ισορροπία θα χαθεί.»

Σε 4 ημέρες θα ήταν η πανσέληνος, δεν πεινούσε, αλλά φοβόταν, ο κίνδυνος και η μοναξιά την είχαν διαλύσει. Ήταν βυθισμένη στις σκέψεις, όταν μία γνώριμη φωνή έσπασε την ησυχία της νύχτας, ήταν η Κάλα! Τα λόγια που άκουσε της πάγωσαν το αίμα.

«Ωρόρα, τα είδωλα έμαθαν που κρύβεσαι, πρέπει να φύγουμε τώρα!»

«Που πηγαίνουμε;»

«Κάπου που δεν πρόκειται να σε ξαναβρούν!»

Τα λόγια την τρόμαξαν, αλλά εμπιστευόταν την αδερφή της. Έφτασαν σε ένα πέτρινο κτήριο το οποίο, αν και επιβλητικό, έμοιαζε εγκαταλειμμένο.

«Ακολούθησε με.» είπε η Κάλα.

Η Ωρόρα μπήκε στο κτήριο προσπαθώντας να προφτάσει την αδερφή της.

«Που είσαι;»

«Εδώ!» άκουσε από το βάθος του κτηρίου και έτρεξε προς τα εκεί. Δεν την βρήκε, ήταν σε μία σκοτεινή αίθουσα και δεν έβλεπε τίποτα γύρω της.

«Πού είσαι;» ρώτησε ξανά.

«Σημασία δεν έχει που είμαι εγώ, αλλά που είσαι εσύ!»

Τα λόγια ακούστηκαν λίγα μέτρα πίσω της. Γύρισε για να δει και τότε ως δια μαγείας η αίθουσα φωτίστηκε με μία πράσινη απόκοσμη φωτιά που έβγαινε από το κέντρο της.

«Δεν γίνεται να είσαι είδωλο!» αναφώνησε η Ωρόρα. «Η αδερφή μου είναι πλάσμα του νερού και τα πλάσματα του νερού δεν έχουν είδωλο.»

Η αδερφή της με ένα σαρδόνιο χαμόγελο της έκανε νόημα να κοιτάξει πίσω της. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε το είδωλο της στον καθρέφτη. Σαστισμένη όπως ήταν, είδε το είδωλο του καθρέφτη να της τείνει το χέρι. Έκανε να το πιάσει και τότε εκείνο την τράβηξε μέσα στον καθρέφτη. Τα μάτια της βάρυναν, αλλά πρόλαβε να δει το είδωλο της δίπλα στην ψεύτικη Κάλα.

Πριν λιποθυμήσει την άκουσε να του λέει «Εκείνη θα μείνει μέσα στο μαγικό καθρέφτη, κι εσύ θα πάρεις την θέση της στην κρύπτη της γέφυρας.»

***

Δύο ολόκληρα εικοσιτετράωρα είχαν περάσει και ακόμα δεν είχε βρει τρόπο να βγει από τα δεσμά του καθρέπτη. Ο χώρος γύρω της ήταν ψυχρός, απρόσωπος και χαοτικά ενιαίος. Τα μάτια της δεν μπορούσαν να ξεχωρίσουν το σημείο όπου σταματούσε το πάτωμα και ξεκινούσαν οι τοίχοι. Ένιωθε κουρασμένη, αδύναμη και μόνη. Είχε μαζέψει το σώμα της σε εμβρυακή στάση και καθόταν ακριβώς κάτω από την επιφάνεια του καθρέφτη, που τώρα έμοιαζε περισσότερο με παράθυρο που ένωνε τις δύο διαστάσεις. Το κεφάλι της ήταν σκυμμένο επάνω στα γόνατά της και προσπαθούσε απελπισμένα να σκεφτεί έναν τρόπο να φύγει να ειδοποιήσει την αδελφή της και όχι εκείνο το σατανικό είδωλο.

Και τότε την άκουσε.

Μια φωνή που μπήκε στο δωμάτιο που βρισκόταν, προτού μπει μέσα στον καθρέφτη. Μια φωνή εξαιρετικά γνωστή και οικεία. Η Κάλα.

Σήκωσε το κεφάλι και ακούμπησε στην επιφάνεια του καθρέπτη που έμοιαζε με πολύ ενισχυμένο τζαμί κάτω από το άγγιγμα της. Άρχισε να φωνάζει στην αδελφή της να γυρίσει να την κοιτάξει, να την ακούσει, να τη βγάλει από κει μέσα, να τη δει. Όταν είδε πως τα λόγια της δεν είχαν αποτέλεσμα άρχισε να χτυπάει το τζάμι με μανία.

Σαν το δωμάτιο να είχε καταλάβει την επιθετική της στάση, λες και από άμυνα, τα χέρια της τύλιξαν αγκαθωτοί μαύροι κορμοί τριαντάφυλλων χωρίς άνθη και την τράβηξαν μακριά, κάνοντας την πλάτη της να κολλήσει στην λεία επιφάνεια του τοίχου. Κοιτώντας επάνω δεν μπορούσε να προσδιορίσει πόσο ψηλά ξεκινούσαν οι κορμοί λες και η οροφή συνεχιζόταν στο άπειρο.

Γύρισε πάλι το βλέμμα της μπροστά και για πρώτη φορά στη ζωή της δάκρυα κύλησαν στα μάτια της στη θέα της αδερφής της. Στεκόταν μπροστά από το είδωλο της σαστισμένη μην καταλαβαίνοντας τι ήταν αυτό που έβλεπε. Και κάπως έτσι ξαφνικά, χωρίς καμία προειδοποίηση, τα νύχια του ειδώλου της Κάλα βρέθηκαν να σχίζουν τη σάρκα του στήθους της. Το χέρι είχε διαπεράσει το σώμα της Κάλα και είχε βγει από την πλάτη της. Με μια απότομη κίνηση, το είδωλο τράβηξε πίσω το χέρι του και ένα λοξό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της, ενώ από τα χείλη της Κάλα έσταζε βαθυκόκκινο το αίμα.

Πανικός! Το βλέμμα της Ωρόρας πάγωσε. Το σώμα της έχασε κάθε ίχνος ζωής και απλά σωριάστηκε στο έδαφος. Ένιωσε το σώμα της να τρέμει και κάθε κύτταρο της να συσπάται.

Ξάφνου μια παράξενη θέρμη τύλιξε το κορμί της και ο πόνος την ξύπνησε βάρβαρα. Η κραυγή που βγήκε από το στόμα της τάραξε τον χώρο και η δύναμη αυτή έλιωσε τον καθρέπτη. Δεν ήταν ήχος, ήταν φωτιά που έλιωνε τα πάντα στο πέρασμα της. Η Ωρόρα αναγεννήθηκε από το μίσος για τα είδωλα, την πανσέληνο και τον χαμό της αδερφής της. Η προφητεία του μάγου ήταν αληθινή.

«Μόνο αν νιώσεις τον απόλυτο πόνο, θα γίνεις αυτό που πραγματικά είσαι. Η Βασίλισσα της Φωτιάς. Τότε θα έρθει το τέλος του κακού αλλά και του εαυτού σου.»

Τα μάτια της, αχ αυτά τα γαλάζια μάτια, ήταν πλέον φλόγες έτοιμες να καταπιούν τα πάντα και το άγγιγμά της αποζητούσε την εκδίκησή και τον θάνατο.

Πριν η φωτιά κυριέψει για πάντα το κορμί και την ψυχή της, δάκρυσε για τελευταία φορά, αλλά το δάκρυ δεν πρόλαβε να κυλήσει, έγινε ατμός και τότε έκλεισε τα μάτια.

***

Ο Ραούλ άνοιξε έντρομος τα μάτια του. Πόσο είχε κοιμηθεί; Κοίταξε γύρω του και είδε πως βρισκόταν ακόμα μέσα στο πηγάδι. Είχε πάλι ονειρευτεί το μέλλον. Η προφητεία είχε βγει αληθινή στο όνειρο του. Αλλά τι είχε κάνει λάθος; Κοιμήθηκε! Κοιμήθηκε παραπάνω από όσο έπρεπε. Οι μάγοι δεν επιτρεπόταν να κοιμούνται ανεξέλεγκτα γιατί τότε όλα άλλαζαν. Έπρεπε να υπάρχει άλλος τρόπος από αυτόν. Έπρεπε να σώσει την Ωρόρα. Η πανσέληνος ήταν κοντά και αυτός έπρεπε να βγει.

Και τότε είδε το σκοινί να πέφτει και πάλι.

«Μπέλ;»

Ήταν ήδη αργά, τον είχε αγκαλιάσει ο πανικός.

Ο άντρας που βρίσκονταν ψηλά στο άνοιγμα του πηγαδιού, αποκρίθηκε πως είναι ο Λεμπ και αφού οι δυο τους αντάλλαξαν τις πληροφορίες που μόνο εκείνοι γνώριζαν, άρπαξε μεμιάς το σκοινί και με δύναμη σκαρφάλωσε προς την επιφάνεια.

«Φίλε μου Λεμπ», του είπε, «Είμαστε στο μέσο μιας μεγάλης συνωμοσίας. Πρέπει να με εμπιστευτείς και να με ακολουθήσεις. Δυστυχώς, η μαγεία μου είναι ακόμα αδύναμη, οπότε θα πρέπει να μας μετακινήσεις και τους δύο γρήγορα».

Κλείνοντας τα μάτια, τοποθέτησε το χέρι στο μέτωπο του Λεμπ, μεταφέροντας του την εικόνα του σημείου που βρίσκονταν η Ωρόρα!

«Εξήγησέ μου, τι συμβαίνει Ραούλ», του αποκρίθηκε ο Λεμπ με αγωνία, ενώ ξεφύλλιζε το βιβλίο μαγείας του. Θα εκτελούσε ένα πανάρχαιο ξόρκι μεταφοράς, που απαιτούσε αυτοσυγκέντρωση και ενέργεια.

«Όλα είναι μια πλεκτάνη της Κάλα. Είχα μια αποκάλυψη γεγονότων, μια ενόραση. Το ένστικτο μου ουρλιάζει Λεμπ. Με την βοήθεια των ειδώλων μας θα προσπαθήσει, χρησιμοποιώντας σκοτεινή μαγεία, να εξαπατήσει και να φυλακίσει την Ωρόρα, για να της προκαλέσει τον πόνο που απαιτείται, ώστε να ενεργοποιήσει την αναγέννηση της. Έτσι θα μπορέσει να κλέψει την μαγική ενέργεια της Βασίλισσας της Φωτιάς, για τον εαυτό της. Η σκοτεινή εποχή των ειδώλων, θα ξημερώσει σύντομα, με την Κάλα να αφεντεύει αυτό τον κόσμο, αν δεν κινηθούμε γρήγορα.»

Η πανσέληνος έπρεπε να βρει την Ωρόρα υπό την προστασία του Ραούλ. Κοιτώντας τον σκοτεινό ουρανό, αντίκρισε γεμάτος ανησυχία το φεγγάρι, που έλαμπε ανάμεσα στα σύννεφα. Ήθελε άλλη μια μέρα για να γεμίσει και ο χρόνος ήταν ο χειρότερος του αντίπαλος. Η Ωρόρα δεν έπρεπε να αναγεννηθεί ακόμα σε Βασίλισσα της Φωτιάς. Η νέα Αυγή, μετά την πανσέληνο, θα έπρεπε να βρει τη νέα της ενσάρκωση εξαγνισμένη και το τελετουργικό της μετάβασης της ολοκληρωμένο.

«Ωρόρα, εσύ προστάτιδα του Χρόνου», σκέφτηκε και με ένα χτύπημα στον ώμο του Λεμπ, έκανε νόημα να ξεκινήσουν.

***

Ένα χαιρέκακο χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπο της Κάλα καθώς παρατηρούσε με προσοχή όσα διαδραματίζονταν εκείνη την στιγμή από τον μικροσκοπικό της καθρέπτη με την κατάμαυρη λαβή. Ο Ραούλ νόμιζε ότι είχε δει ένα όραμα που τον προειδοποιούσε για την μοίρα της τόσο αγαπητής σε όλους Ωρόρα.

Τι αφελής που ήταν.

«Τα μάτια», λέει ο λαός, «είναι ο καθρέπτης της ψυχής». Δεν ήταν δύσκολο για εκείνη να τα ποτίσει με το δηλητήριο της και να κάνει τον Ραούλ να δει ότι ήθελε.

Μία ημέρα έμενε ακόμα μέχρι την πανσέληνο. Σε μία μέρα όμως πολλά μπορούσαν να συμβούν. Η Κάλα το γνώριζε καλά αυτό. Ο Ραούλ και ο Λεμπ θα έκαναν ότι μπορούσαν για να την σταματήσουν.

Καημένα, μικρά, ανόητα ανθρωπάκια. Νόμιζαν ότι ήταν άξιοι να την αντιμετωπίσουν. Ήξεραν όμως τόσο λίγα. Ήταν τόσο εύκολο να τους ελέγξει και να χαράξει την πορεία τους, τα μονοπάτια που ακολουθούν. Να εκμεταλλευτεί τις ευαισθησίες τους.

Η Κάλα χαμογέλασε.

Δεν θα μπορούσαν να προβλέψουν τα αληθινά της σχέδια. Η σκέψη της αναγέννησης της Ωρόρα ήταν δελεαστική αλλά το διαβολικό μυαλό της δούλευε πυρετωδώς καιρό για να βρει πως να φέρει στον κόσμο την Εποχή των Ειδώλων χωρίς να την εμποδίσει κάνεις.

Νόμιζαν ότι θα μπορούσαν να προβλέψουν τις κινήσεις της. Πόσο λάθος έκαναν.

Χαμένη στις σκέψεις της συνέχισε να πίνει από το κατακόκκινο και γευστικό κρασί της. Σύντομα η Ωρόρα θα έδυε όπως ο ήλιος και θα πνιγόταν σε μια θάλασσα προδοσίας. Γιατί ακόμα και η επιφάνεια του νερού είναι ένας καθρέπτης. Κι όπου καθρέπτης, υπάρχουν Είδωλα. Όπου Είδωλα, υπάρχει η Κάλα.

Τικ-τοκ κάνει το ρολόι.

Σύντομα το σχέδιο της θα ξεκινήσει.

Η πανσέληνος που έρχεται θα είναι η τελευταία μέρα της Παλαιάς Εποχής. Με την νέα Αυγή, τα πάντα θα έχουν πλέον αλλάξει. Η Κάλα ήπιε ακόμα μια γουλιά από το ποτό της κάνοντας νοερά μια πρόποση για την Νέα Εποχή. Άφησε το ποτήρι με το κρασί και βυθίστηκε στο πουπουλένιο της πάπλωμα.

Ο Λορ, ο πιστός υπηρέτης της, πήρε μια ανάσα ανακούφισης. Έκρυψε το μπουκαλάκι με το υπνωτικό που κρατούσε στην τσέπη του, το υπνωτικό, που με τόση μαεστρία είχε τοποθετήσει στο κρασί της Κάλα.

«Πρέπει να τους προλάβω. Πρέπει να ειδοποιήσω τον Ραούλ και τον Λεμπ. Πριν το κάνω όμως αυτό πρέπει να βρω το Βιβλίο.»

***

Ο Ραούλ οδήγησε τον Λεμπ στη λίμνη. Έπειτα από αρκετές ώρες έφτασαν στο σημείο που ο Ραούλ είχε οραματιστεί.

«Και τώρα τι; Θα μπούμε κάτω από το νερό;»

«Ναι. Εμπιστεύσου με».

Ακούστηκε φασαρία πίσω από τους θάμνους. Κοιτάχτηκαν συνωμοτικά. Ύστερα από λίγο ο Λορ εμφανίστηκε μπροστά τους.

«Μην πάτε είναι παγίδα!»

«Ποιος είσαι εσύ και γιατί να σε εμπιστευτούμε;» ρώτησε ο Ραούλ.

«Είμαι ο Λορ και έχω να σας δώσω κάτι», είπε βγάζοντας το Βιβλίο από την τσέπη του. «Πάρτε το.»

Οι δυο τους το πήραν διστακτικά. Ήταν ένα σκονισμένο δερματόδετο βιβλίο που έγραφε «Η Προφητεία της Νέας Εποχής». Το άνοιξαν διστακτικά. Τότε ο ουρανός έγινε πορτοκαλί, σαν φωτιά που καίει.

Ο Λορ είχε κιόλας εξαφανιστεί.

Η Κάλα τους έβλεπε ήδη από τον μαγικό της καθρέφτη.

«Καταραμένε Λορ! Καταραμένη Ωρόρα! Θα το μετανιώσετε.», ούρλιαξε.

***

Δεν ήταν ένα βιβλίο σαν όλα τα άλλα. Το βιβλίο αυτό ήταν κενό, σκονισμένες σελίδες, χρησιμοποιημένες που δεν έβρισκες να διαβάσεις λέξη.

«Μα, πόσο ανόητος ήμουν να κρατήσω αυτό το βιβλίο», σκέφτηκε ο Ραούλ.

Έχοντάς το στα χέρια του και κοιτάζοντάς το δεν γνώριζε τον τρόπο που θα μπορούσε να το χρησιμοποιήσει. Είχε απογοητευτεί. Οι ώρες περνούσαν και καμιά λέξη δεν εμφανιζόταν. Είχε αποθέσει το βιβλίο δίπλα του καθισμένος στο γκρεμισμένο γεφυράκι στη λίμνη και παρατηρούσε το νερό σαν να περίμενε κάποιος να φανεί. Σιγά σιγά το σκοτάδι θα άρχιζε να πέφτει. Δεν θα μπορούσαν να μείνουν άλλο εκεί έξω. Ο κίνδυνος του φεγγαριού παραμόνευε!

«Σήκω είναι ώρα να πάμε να κρυφτούμε κάπου, ίσως αύριο βρούμε την λύση με αυτό το βιβλίο», είπε ο Λεμπ.

«Σήμερα πρέπει να δώσω τέλος σε αυτήν την ιστορία. Ήρθε η ώρα να χρησιμοποιήσω τον μανδύα του προφήτη Άαρον. Κανείς δεν θα με βλέπει φορώντας τον, ούτε καν αυτό το αναθεματισμένο φεγγάρι».

Τότε ο Λεμπ πήγε προς το μέρος του και τον βοήθησε να φορέσει τον μανδύα.

«Καλή επιτυχία» του ευχήθηκε και απομακρύνθηκε.

Το σκοτάδι είχε αρχίσει να πέφτει, το φεγγάρι ήταν σχεδόν γεμάτο. Ο Ραούλ κράτησε στα χέρια του το βιβλίο ανοιχτό στο πρώτο κεφάλαιο. Το φως του φεγγαριού έλουσε τις σελίδες. Τα πρώτα γράμματα αχνοφάνηκαν.

«Λούαρ»

Ο Ραούλ δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που διάβαζε. Τα μάτια του απομακρύνθηκαν από την σελίδα και καρφώθηκαν στην λίμνη ενώ κρατιόταν από έναν πάσσαλο ψιθυρίζοντας:

«Λούαρ σε λένε από την αρχή.

Κερδίζει όποιος πειθαρχεί.

Θάνατο σπείρε αν χρειαστεί.

Η Ωρόρα πρέπει να βρεθεί».

Τα νερά της λίμνης ταράχτηκαν, ένα ανάλαφρο κύμα θολό έσκασε στα πόδια του Ραούλ και η μορφή του Λούαρ ξεπρόβαλε.

«Ήρθα να σας βοηθήσω»

Πίσω από τον Ραούλ ακούστηκε η φωνή της Κάλα.

«Επιτέλους! Γιατί άργησες; Τόσες νύχτες πάνε που έκανα το ξόρκι κλήτευσης!» αποκρίθηκε εκνευρισμένη και έδωσε στον Λούαρ μια πετσέτα να σκουπιστεί.

«Αφού ξέρεις ότι δεν μπορούσα να εμφανιστώ πάρα μόνο τη νύχτα πριν την πανσέληνο. Πώς πάει το σχέδιο;» ρώτησε.

«Κατά διαόλου! Το μόνο ευχάριστο είναι ότι έχω την Ωρόρα παγιδευμένη στον καθρέφτη, στο παλάτι της Αυγής. Ο Λορ με πρόδωσε. Μου έκλεψε το βιβλίο, γαμώτη μου! Έπειτα έχουμε τους δύο ηλίθιους που μου το παίζουν ήρωες, τον Λεμπ και τον Ραούλ, που ψάχνουν την Ωρόρα. Σκότωσαν τον Μπελ. Θα μου το πληρώσουν!»

«Ηρέμησε, μωρό μου. Όλα θα γίνουν.» Ο Λούαρ πλησίασε και φίλησε την Κάλα.

«Θα βρω το βιβλίο. Θα τιμωρήσω τον Λορ. Θα σταματήσω τους άλλους. Η Αυγή θα αναγκαστεί να υποταχθεί και θα βασιλεύσουμε επιτέλους στη Νέα Εποχή.»

Ο Ραούλ άκουγε τόση ώρα αποσβολωμένος. Προσπαθούσε να μη βγάζει τον παραμικρό ήχο. Ακολούθησε το ζεύγος πίσω στο παλάτι. Είχε πλέον ξημερώσει και ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος. Στην είσοδο αφαιρέθηκε από το μεγαλείο του παλατιού που έστεκε επιβλητικό μπροστά του. Ήταν τεράστιο και περιτριγυρισμένο από έλατα. Συνήλθε όταν η πόρτα άρχισε να κλείνει και έτρεξε να την προλάβει. Στο φουαγιέ, η Κάλα αγκάλιασε τον σύντροφό της.

«Καταλαβαίνεις ότι έχεις λιγότερες από 24 ώρες. Πρέπει να βιαστείς. Αύριο τέτοια ώρα όλα θα έχουν τελειώσει.»

Η ησυχία που επικρατούσε στον χώρο ήταν τόσο απόλυτη, που ο Λούαρ αισθάνθηκε επιτέλους την παρουσία του Ραούλ.

«Τι ηλίθιος που ήμουν!» φώναξε και έδωσε μια κλωτσιά στον αέρα πίσω του.

Το πόδι του βρήκε τον Ραούλ στην κοιλιά κι εκείνος έπεσε κάτω. Το είδωλο τράβηξε από πάνω του τον μανδύα και τον ξεσκέπασε. Την είχε βάψει άσχημα.

***

Ο Λεμπ, αυτός που κάποτε ήταν Αγγελιοφόρος των Μεγάλων του Αρχαίου Κόσμου, ο Ψυχοπομπός, ο μόνος που κάποτε κατείχε την ικανότητα να πηγαίνει και στα τέσσερα βασιλεία ανενόχλητος, Γη, Θάλασσα, Ουρανό και Κάτω Κόσμο, ένιωθε ανίσχυρος. Εδώ και αιώνες αυτός και το είδος του είχαν ξεπέσει. Μάγο και τζογαδόρο τον λόγιαζαν, αυτήν την εποχή, αλλά αυτός ένιωθε πιο απρόθυμος από ποτέ για να τζογάρει.

Από παλιά μοιραζόταν με τον Ραούλ έναν ιδιαίτερο δεσμό. Ήταν αδέρφια κάποτε, αν και για το είδος τους αυτό δεν σήμαινε και πολλά. Ο Ραούλ, ο κάποτε προασπιστής του Φωτός, της μαντείων και των τεχνών, τον χρειαζόταν. Γύρισε και με ένα στρίψιμο της πραγματικότητας άλλαξε. Μία φορά σε αυτή την εποχή, μπορούσε να ανακαλέσει την μορφή και τις ικανότητες της πρώτης του ύπαρξης. Χτύπησε τα πόδια του και με μια χρυσή λάμψη πέταξε στον πορφυρό ουρανό, σείοντας τις πανύψηλες λεύκες γύρω του και χωρίς να φοβάται την λάμψη του φεγγαριού, για πρώτη φορά σε αυτή την εποχή.

***

Ο Ραούλ ξύπνησε και δεν μπορούσε να κουνηθεί. Άνοιξε τα μάτια του και με περιορισμένες κινήσεις κατάλαβε πως ήταν δεμένος πάνω σε έναν βράχο. Έναν αρχαίο βράχο, όπως κατάλαβε. Μέσα από τον οποίο φύτρωναν ακατάλυτες αλυσίδες που τον κρατούσαν δέσμιο. Κάτι του θύμιζαν αυτές οι αλυσίδες, κάτι απροσδιόριστο στις άκρες της μνήμης του. Ανασήκωσε το κεφάλι του και είδε πως πάνω στο αλύγιστο κορμί του ακουμπούσε ένα μεγάλο ξίφος, καμωμένο από ατόφιο χρυσάφι. Ήταν σχεδόν σίγουρος πως κάποτε του άνηκε αυτό το ξίφος. Απέναντι του ένας καθρέφτης ανακλούσε το λιγοστό, αρρωστημένο πράσινο φως της μεγάλης αίθουσας. Ο Λούαρ μπήκε στην αίθουσα και ένα σαρδόνιο χαμόγελο απλωνόταν στο όμορφο πρόσωπο του.

«Λοιπόν Λοξία, σε απαντώ ξανά», είπε ο Λούαρ και τον πλησίασε στον αρχαίο βράχο. «Αλλά ξέχασα, ναι τώρα σε λένε Ραούλ και την αδερφή σου Ωρόρα, ή βασίλισσα της Φωτιάς», είπε ο Λούαρ και εμφανίστηκε πάνω από το κεφάλι του. Τα πράσινα σκανδαλιάρικα μάτια του σπίθιζαν σαν από μία εσωτερική ανάκλαση, αρχαίας και ανείπωτης κακίας.

Προσπάθησε να αντλήσει κουράγιο για να τον αντιμετωπίσει.

«Ραούλ σε λένε από την αρχή.

Κερδίζει όποιος πειθαρχεί.

Θάνατο σπείρε αν χρειαστεί.

Η Ωρόρα πρέπει να βρεθεί.»

Ψιθύρισε μηχανικά τα λόγια που είχε μάθει από μικρός ότι θα του έδειχναν το δρόμο.

Ο Λούαρ ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια, τώρα ήταν δίπλα από το σιδηροδέσμιο κεφάλι του.

«Αλήθεια δε θυμάσαι τίποτα, έτσι δεν είναι;», είπε και ακούμπησε το παγωμένο του δάχτυλο στο κέντρο του μετώπου του. Πόνος, θλίψη και οργή σύρθηκαν μέσα του, τόσο απτά που παρά τα δεσμά του ο Ραούλ ζάρωσε νιώθοντας μιασμένος.

«Αρκετά», φώναξε η Κάλα διακόπτοντας την επαφή τους. «Τον χρειαζόμαστε κι αυτόν όσο και την αδερφή του, για την ολοκλήρωση της προφητείας, θυμάσαι; Ή το ξέχασες κιόλας Δημιουργέ της Απάτης;»

Ο Λούαρ χάθηκε από το οπτικό του πεδίο, αλλά τον ένιωθε πίσω του. Όπως νιώθεις τον ήλιο όταν έχεις κλειστά τα μάτια. Μόνο που αυτή εδώ η δύναμη ήταν τόσο αντίθετη του ήλιου, όσο κι ο θάνατος απ’ την ζωή.

«Μην μιλάς σε μένα για αναμνήσεις Νηρηίδα», είπε με μαυλιστική φωνή ο Λούαρ. «Αν δεν ήμουν εγώ, θα ήσουν ακόμα μία από τις γυναίκες του βασιλιά-πατέρα σου», είπε και την πλησίασε συνεχίζοντας, «ο  γερό-Γαιήοχος παρά τον τίτλο της Αρχόντισσας της Θάλασσας που σου είχε δώσει, ποτέ δεν θα σε άφηνε να κυριαρχήσεις στο Βασίλειο των Υδάτων.»

Ο Ραούλ περίμενε την τσουχτερή απάντηση της Κάλα, αλλά αυτή ποτέ δεν ήρθε. Παρά την δύσκολη θέση του, αυτό το διασκέδαζε, δεν περίμενε πως κάποια σαν αυτήν θα το βούλωνε τόσο εύκολα. Τόση ώρα που τους άκουγε να μιλάνε, ένιωθε πως κάτι του διέφευγε. Κάτι που έπρεπε να ήταν εκεί αλλά δεν μπορούσε να το θυμηθεί. Ακούγοντας τον Λούαρ να λέει, «τα είδωλα είναι το μέσο και όχι ο σκοπός μην το ξεχνάς γλυκιά μου», ένιωσε ακόμα πιο μπερδεμένος.

Πνιχτοί λυγμοί ακούγονταν από κάπου μακριά. Προσπάθησε να εντοπίσει την πηγή τους, αλλά κάτι πήγαινε στραβά. Όχι δεν μπορεί, το όραμα δεν ήταν αληθινό. Δεν μπορεί να ερχόντουσαν μέσα από τον καθρέφτη. Και τότε τραβήχτηκε η ομίχλη στην μνήμη του και το όραμα μέσα στο όραμα καθάρισε. Αυτός που κάποτε ήταν προστάτης όλων των μαντείων είχε μπλεχτεί σε μία από αυτές.

Για άλλη μία φορά ο αρχαίος κόσμος απειλούσε την πραγματικότητα. Η νέα εποχή μπορεί να ερχόταν , αλλά δεν ήταν άλλη παρά μία παλιότερη. Το μυαλό του Ραούλ… Όχι, όχι πλέον Ραούλ, καθάρισε και ανήλθε σε κάτι ανώτερο. Η δίδυμη αδερφή του, η Κυνηγός με το Ασημένιο Τόξο ήταν δίπλα του, παγιδευμένη από την μοίρα και την παροντική αδερφή της την Κάλα. Την κάποτε κόρη-σύζυγό του Άρχοντα των Υδάτων, μια από της Νηρηίδες. Δίκαιη οργή πλημμύρισε το μυαλό αυτού που κάποτε ήταν ο προστάτης του Φωτός. Τα μάτια του  πέταξαν χρυσές φλόγες και το δέρμα του ορειχαλκώθηκε. Αλλά οι αλυσίδες ήταν απομεινάρια της παλιάς εποχής, φτιαγμένες για να φυλακίσουν κάποιον του είδους του.

«ΟΧΙ, Ανόητε, θα πεθάνεις πριν την ώρα σου», ούρλιαξε η Κάλα, και μαζί με τον Λούαρ απλώθηκαν, γύρισαν και έστρεψαν την πραγματικότητα, παίρνοντας μορφές ανείπωτης φρίκης. Ο Άρχοντας της Πλεκτάνης μεταμορφώθηκε σε έναν τιτάνιο λυσσασμένο λύκο και η έκπτωτη Νηρηίδα σε μια πολυκέφαλη Ύδρα με πράσινο δηλητήριο να στάζει από τα δώδεκα κεφάλια της στο πλακόστρωτο. Ανίερες οσμές έκλειναν τα ρουθούνια του Ράουλ.

Ήξερε πλέον πως τα είδωλα δεν είχαν σημασία, η μοίρα του χρόνου και της πραγματικότητας ήταν στα χέρια του. Έκλεισε τα φλόγινα ματιά του και επικαλέστηκε τον νεκρό πατέρα του. Πολύκλαδοι κεραυνοί έπεσαν με εκκωφαντικό θόρυβο στην οροφή του παλατιού, η οποία εξαϋλώθηκε σαν να μην υπήρχε ποτέ. Ο πορφυρός ουρανός θύμιζε τα Τάρταρα και η κατακόκκινη Πανσέληνος έλαμπε στο ψηλότερο σημείο. Στάχτη έλουσε τα πάντα και ο καθρέφτης μαύρισε. Η Ύδρα ούρλιαξε με όλα τις τα κεφάλια. Την επόμενη στιγμή η αδερφή του από την ίδια μήτρα, η Κυνηγός με το Ασημένιο Τόξο, η Βασίλισσα της Ασημένιας Φωτιάς, πήδηξε μέσα από τον καθρέφτη σπάζοντας την μαγεία του. Όρμησε αμέσως στα δύο τερατώδη πλάσματα και κόλαση ξέσπασε τριγύρω. Ο Ραούλ δεν μπορούσε ακόμα να σπάσει τα κατασκευάσματα του αρχαίου σιδηρουργού. Μα ξαφνικά δίπλα του εμφανίστηκε ο Ψυχοπομπός.

«Όχι όχι. Λεμπ σε λένε απ’ την αρχή. Κερδίζει…»

 ο Λέμπ τον έκοψε απότομα.

«Δεν έχουν σημασία όλα αυτά αδερφέ, ήρθε η ώρα, δεν θυμάσαι;», είπε ο Λέμπ και με μια ενιαία κίνηση άρπαξε το χρυσό σπαθί και έκοψε τα δεσμά του.

Ο Ραούλ άρχισε να μεγαλώνει για να φτάσει το μέγεθος των αντιπάλων του. Σαν τους κραταιούς Τιτάνες ορθώθηκε με το ορειχάλκινο σώμα και τα φλόγινα μάτια του να καίνε σαν ήλιος.

«Φύγε, διέδωσε στην ανθρωπότητα την ιστορία της, Αγγελιαφόρε, ζήσε Αδερφέ.»

Δίπλα του γιγαντώθηκε η μορφή της Ωρόρας με γαλαζοπράσινες λάμψεις στα μάτια της και την ασημένια φωτιά να ρέει από τα μαλλιά της.

«Ήρθε η ώρα μικρέ Αδερφέ», του είπε και ήταν η Κυνηγός με το Ασημένιο Τόξο ξανά.

Τράβηξε πίσω το πανίσχυρο όπλο της και την ίδια στιγμή η ολόλαμπρη κόκκινη πανσέληνος άρχισε να σκοτεινιάζει. Τα αλυχτίσματα και οι κραυγές που γκρεμίζανε βουνά όση ώρα η σύγκρουση αυτών των τιτάνιων μορφών συνεχιζόταν, έπαψαν απότομα. Και ενώ η σκιά της Γης από το φως του Ήλιου έπεφτε πάνω στην Σελήνη και την σκοτείνιαζε, το Ασημένιο Βέλος της Ωρόρας, της Κυνηγού με το Ασημένιο Τόξο διαπέρασε την αδερφή της Κάλα, την Νηρηίδα, την Αμφιτρίτη και το χρυσό σπαθί του Ραούλ, του Λοξία, του προασπιστή του Φωτός έπαιρνε το κεφάλι του Λούαρ, του βόρειου παλαιού, του Άρχοντα της πλεκτάνης.

Και ο έναστρος ουρανός ήταν βαθυγάλαζος ξανά.

***

«Και μπορεί κάποιος να μην πιστέψει τον γερό-Νιμπ. Αλλά αυτή ήταν ιστορία του Τέλους της Πέμπτης Εποχής, η προσπάθεια του Κατεργάρη να σπάσει τον Κύκλο των Εποχών και ο θρυλικός αγώνας των παιδιών της Θεάς, της έναστρης νύχτας», είπε ο γερο-παραμυθάς και έκλεισε το παλιό δερμάτινο βιβλίο. Έριξε άλλο ένα κούτσουρο στην φωτιά και χαμογέλασε στο μαγεμένο κοινό του.

ΤΕΛΟΣ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.