Ιστορία εμπνευσμένη από το Songstory challenge

Δημήτρης Ψωμαδέλλης

Τραγούδι-Έμπνευση: Αγοράκι μου, Ερμηνευτής: Άντζυ Σαμίου
Στίχοι: Άντζυ Σαμίου, Μουσική: Κώστας Μηλιωτάκης

 

Νυχτερινές επισκέψεις

Η βροχή δεν πτόησε την Βέρα. Αποτραβήχτηκε στην πυλωτή της πολυκατοικίας και στύλωσε πάλι τα μάτια της στο απέναντι παράθυρο του τρίτου ορόφου. Οι λεπτές κουρτίνες επέτρεπαν σε ένα αμυδρό φως να δραπετεύσει, σημάδι ότι κάποιος ήταν ακόμα ξύπνιος στο διαμέρισμα.

«Τρεις το πρωί και ακόμα να κοιμηθεί!» σκέφτηκε ανήσυχα.

«Μπορεί να έχει αρρωστήσει. Μα να μην έχει κάποιον να τον φροντίσει!» συνέχισε και αναστέναξε στεναχωρημένη.

«Θα μπορούσα να ήμουν εγώ αυτή! Γιατί δεν το βλέπει;» αναρωτήθηκε και έγειρε στον τοίχο.

Ψαχούλεψε μέσα στην τσάντα της και ψάρεψε το πακέτο με τα τσιγάρα και τον αναπτήρα  -αυτόν που του είχε πάρει κρυφά λίγο πριν φύγει- να έχει κάτι δικό του, είχε σκεφτεί. Καθώς τραβούσε μια δυνατή ρουφηξιά, βλέποντας την καύτρα να πυρακτώνεται, μια ιδέα πέρασε από το μυαλό της.

«Λες να είναι με καμιά άλλη πάνω;» ψιθύρισε και ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται. «Δε γίνεται! Τρεις μέρες μόνο πέρασαν από τότε που έχουμε να τα πούμε. Να με αντικατέστησε τόσο νωρίς;»

Ξεφύσησε τον καπνό δυνατά και ο ήχος έκανε ένα ζευγάρι που περνούσε σφιχταγκαλιασμένο κάτω από μια ομπρέλα, να αναπηδήσει. Δεν την είχαν αντιληφθεί στην σκοτεινή γωνιά της. Τους κοίταξε περιφρονητικά και εκείνοι απομακρύνθηκαν με βήμα ταχύτερο.

«Αδύνατο!» άκουσε την φωνή μέσα στο μυαλό της. «Με αγαπά! Απλώς δεν το έχει καταλάβει ακόμα! Για αυτό δε μου έχει τηλεφωνήσει! Δεν ήθελε να δεχτεί τα δυνατά συναισθήματα που έχει για μένα! Μπορεί να κάθεται να πίνει κιόλας, προσπαθώντας να κατανοήσει τον μεγάλο του έρωτα για μένα!»

Γύρισε και κοίταξε το παράθυρο με την καρδιά της να φουσκώνει από αγάπη. Η ώρα περνούσε και το φως δεν έλεγε να σβήσει.

«Λες να μην είναι καν σπίτι;» αναρωτήθηκε.

«Έπρεπε να είχα έρθει νωρίτερα, μόλις σχολούσα από τη δουλειά. Τι το ήθελα το γυμναστήριο;» μάλωσε τον εαυτό της.

«Τέλος! Κομμένο από αύριο και αυτό! Θα έρχομαι απευθείας, για να τον δω να μπαίνει» είπε στον εαυτό της αποφασιστικά.

«Αλλά αν εκείνος δεν είναι μέσα, η λάμπα γιατί είναι αναμμένη; Να μπήκαν ληστές; Ή την ξέχασε και καίει άδικα;» αναρωτήθηκε.

Έλιωσε με το μποτάκι της, την γόπα από το τσιγάρο.

«Θα πάω να δω! Αν είναι ληστές, θα τρομάξουν και θα φύγουν! Αν την έχει ξεχάσει αναμμένη, θα την κλείσω! Μη πληρώνει άδικα! Θα έχουμε τόσα έξοδα όταν παντρευτούμε» είπε και με νευρικές κινήσεις έχωσε πάλι το χέρι της μέσα στην τσάντα.

Ανακάτεψε λίγο τα πράγματα που είχε μέσα – τσιγάρα, κραγιόν, στυλό, φακό, τσίχλες – και έπιασε ένα μεταλλικό μπρελόκ, που το στόλιζε μια μικρή φωτογραφία του.

«Καλή ιδέα να βγάλω αντικλείδι! Να που φάνηκε χρήσιμο!» επιβράβευσε τον εαυτό της και κίνησε για την εξώπορτα της απέναντι πολυκατοικίας. Πάντα έμενε ξεκλείδωτη, οπότε την έσπρωξε με τον αέρα του ανθρώπου που μπαίνει στο σπίτι του και ανέβηκε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε τις σκάλες.

Στάθηκε μπροστά στην πόρτα του, σαν να περίμενε ο ίδιος να της ανοίξει. Τον φαντάστηκε να εμφανίζεται και να πέφτει στην αγκαλιά της. Τίναξε πέρα δώθε το κεφάλι της προσπαθώντας να συγκεντρωθεί και βάλθηκε να ανοίξει χωρίς να ανάψει τα φώτα. Το κλειδί γλίστρησε στην κλειδαριά και με ένα ανεπαίσθητο ήχο, ξεκλείδωσε και εκείνη έσπρωξε δειλά την πόρτα. Πήρε μια μεγάλη ανάσα.

«Μάριε; Είσαι εδώ;» ψιθύρισε τραβώντας μακρόσυρτα την τελευταία λέξη. Καμία απάντηση. Το διαμέρισμα παρέμεινε σιωπηλό.

«Αχ! Η μυρωδιά του σπιτιού του! Πόσο μου έλειψε αυτές τις μέρες!» αναλογίστηκε και ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της.

«Ο χαζούλης! Τελικά την ξέχασε! Ευτυχώς που ήμουν εγώ εδώ!» μονολόγησε, επιβεβαιώνοντας τον εαυτό της ότι πήρε την σωστή απόφαση.

Το παράθυρο και η λάμπα βρίσκονταν στο σαλόνι. Συνέχισε με βήμα αθόρυβο και προσεκτικό, διασχίζοντας το χωλ. Σταμάτησε στην κουζίνα και άνοιξε την πόρτα του ψυγείου. Όλα ήταν τακτοποιημένα στην εντέλεια. Ακόμα και η κρέμα προσώπου της βρισκόταν στο ράφι της πόρτας.

«Το ήξερα! Με θέλει ακόμα! Αλλιώς θα την πετούσε! Την έχει για να με θυμάται!» είπε και αισθάνθηκε την καρδιά της να φουσκώνει από χαρά και αγαλλίαση. Ήπιε μια γουλιά νερό, κρατώντας τα χείλη της κολλημένα λίγο παραπάνω στο στόμιο του μπουκαλιού, και προχώρησε στο σαλόνι. Καθώς πλησίασε τη λάμπα, η ματιά της έπεσε στην κρεβατοκάμαρα. Περπάτησε προς εκεί, σαν υπνωτισμένη και στάθηκε πάνω από το προσκέφαλο. Μόνο η βροχή ακουγόταν, που μαστίγωνε το τζάμι.

«Εδώ κοιμάται η αγάπη μου» είπε στον αέρα και έχωσε το πρόσωπό της στο μαξιλάρι, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα. Απλώθηκε πάνω στο σεντόνι και στριφογύρισε. Πάνω στην πολυθρόνα, δίπλα στο κρεβάτι, ένα μεγάλο χνουδωτό κουνέλι την κοιτούσε.

«Το αγαπημένο του παιδικό παιχνίδι» σκέφτηκε.

«Κύριε Πηδηχτούλη, μου λείψατε!» είπε στο λούτρινο κουκλάκι, που την κοιτούσε με μάτια γυάλινα.

«Ό,τι πρέπει να μου κρατά συντροφιά ώσπου να ξανασμίξουμε» σκέφτηκε και το έσφιξε στην αγκαλιά της.

Ένας δυνατός κρότος την έκανε να πεταχτεί, αλαφιασμένη. Δεν είχε συνειδητοποιήσει την αστραπή που είχε προηγηθεί και η βροντή της έκοψε την ανάσα.

«Καλύτερα να φύγω. Αύριο πάλι!» αποφάσισε και κίνησε προς την εξώπορτα, χαϊδεύοντας τον τοίχο σε όλη την διαδρομή.

Τράβηξε την πόρτα να κλείσει όσο πιο αθόρυβα γινόταν και κατέβηκε τις σκάλες. Η βροχή συνέχιζε αμείωτη και η ατμόσφαιρα είχε έντονη τη μυρωδιά της υγρασίας, αλλά δεν την ένοιαζε.

Η Βέρα πήρε τον δρόμο της επιστροφής για το σπίτι της με τα πόδια. Σε όλη την διαδρομή περισσότερο χόρευε παρά περπατούσε, τσαλαβουτώντας στις νερολακούβες. Προχωρούσε ανέμελα, κρατώντας τον κούνελο από τα αυτιά και κουνώντας τον πέρα δώθε. Οι σκέψεις της έτρεχαν στην ημέρα που γνωρίστηκαν με τον Μάριο, στην παιδική χαρά.

Εκείνη είχε πάει να χαζέψει τα παιδιά που έπαιζαν. Πόσο ήθελε ένα! Ήταν σίγουρη ότι θα γινόταν εξαιρετική μαμά. Σίγουρα καλύτερη και πιο τρυφερή απ’ ό,τι ήταν η δική της. Εκείνος καθόταν σε ένα παγκάκι, παραδίπλα και διάβαζε μια εφημερίδα. Δεν ήξερε που βρήκε το θάρρος αλλά τον πλησίασε και κάθισε δίπλα του σαν να τον ήξερε από παλιά. Κατέληξαν να περάσουν όλη την μέρα μαζί, και όλη την νύχτα. Για δυο εβδομάδες ήταν σχεδόν αχώριστοι. Αλλά κάτι συνέβη και τρεις μέρες τώρα δεν έχει επικοινωνήσει μαζί της.

«Μου το είπε, ότι θα μου τηλεφωνήσει! Δε μου το είπε;» μονολογούσε καθώς συνέχιζε τον δρόμο της.

«Μήπως ήταν η σειρά μου;» αναρωτήθηκε και κοντοστάθηκε.

Έφτασε στο σπίτι της με τα μαλλιά της να στάζουν και τη μάσκαρα να έχει χρωματίσει όλο της το πρόσωπο. Ανέβηκε με ανάλαφρο βήμα τα σκαλιά της πολυκατοικίας της και άνοιξε με άνεση την πόρτα παρόλο που δεν είχε ανάψει το φως του διαδρόμου. Βρέθηκε μπροστά σε μια φιγούρα που στεκόταν ακίνητη στο χωλ.

«Μάριε; Τι κάνεις εδώ;» ρώτησε σαστισμένη.

Εκείνος, μην έχοντας κάποια λογική εξήγηση, άρχισε να μετράει τα φωνήεντα της αλφαβήτου.

Η Βέρα άναψε το φως και έδεσε τα χέρια μπροστά της, περιμένοντας μιαν απάντηση.

«Λοιπόν;» είπε κουνώντας ανυπόμονα το πόδι της.

«Ήρθα.. ήρθα..» άρχισε ο Μάριος να τραυλίζει, κοιτώντας αριστερά και δεξιά. «Ήρθα να δω τι κάνεις!» αποφάσισε τελικά να πει, σαν να ήταν η πιο φυσιολογική απάντηση στον κόσμο.

Τότε ήταν που η Βέρα πρόσεξε πως ζουλούσε ένα αρκουδάκι της στα χέρια του και αμέσως κατάλαβε ότι κι εκείνη κρατούσε το δικό του. Με μια απότομη κίνηση έκρυψε τον μουσκεμένο κούνελο πίσω της.

«Τι κρατάς εκεί;» την ρώτησε με μάτια που άνοιγαν διάπλατα.

«Εγώ; Τίποτα! Εσύ τι κρατάς εκεί;» του αντιγύρισε εκείνη.

Έμειναν να κοιτάνε ο ένας τον άλλο, χωρίς να ξέρουν πως να αντιδράσουν. Μόνο η ανάσα τους ακουγόταν στον στενό διάδρομο. Ο κούνελος και η Βέρα είχαν δημιουργήσει μια μικρή λιμνούλα μπροστά της.

«Το αρκουδάκι σου είναι» απάντησε τελικά ο Μάριος, παραιτημένα.

«Εσύ όμως, πού βρήκες το κουνέλι μου;» συνέχισε.

«Στην κρεβατοκάμαρά σου» ψέλλισε η Βέρα ντροπαλά και πήγε να κάνει ένα βήμα.

Το πόδι της, όμως, γλίστρησε στο νερό και βρέθηκε στην αγκαλιά του Μάριου. Εκείνος την κράτησε σταθερή και για λίγο βρέθηκαν να κοιτάζονται στα μάτια.

«Θα μείνεις;» έσπασε τελικά η Βέρα τη σιωπή.

Ένα διάπλατο χαμόγελο γεννήθηκε και στων δυο τους τα χείλη.

«Θα μείνω» της απάντησε εκείνος και την έσφιξε στην αγκαλιά του.

 

Αν σας άρεσε διαβάστε και τις υπόλοιπες εδώ.