Songstory challenge

Συμμετοχή: Ανδρέας Συμιακάκης

Τραγούδι-Έμπνευση: Aίμα δάκρυα κι ιδρώτας

Ερμηνευτής: Σάκης Ρουβάς

Στίχοι: Νίκος Καρβέλας

Μουσική: Νίκος Καρβέλας

 

Φάλτσα νότα

«Είσαι ένας απλός καθηγητής μουσικής διάολε, δεν είσαι ψυχολόγος. Που να τα ήξερες όλα αυτά; Όχι! Είσαι παιδαγωγός. Είδες ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Γιατί δεν το έψαξες παραπάνω; Εσύ φταις. Είσαι μέρος του προβλήματος, αντί να είσαι αυτός που θα δώσει την λύση. Ζήσε τώρα με αυτό. Ξέρεις εσύ, παίξε το βιολί σου και όλα καλά.»

Ο Μιχάλης δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Ακόμα σκεφτόταν την πρώτη φορά που την είδε. Πάνε 7 χρόνια από τότε. Σάββατο. Είχε οριστεί να είναι κριτής σε ένα μικρό ωδείο. Παιδιά από 5 μέχρι και 18 χρονών μπαινόβγαιναν από το πρωί στην αίθουσα και έδειχναν το ταλέντο τους και τις ώρες δουλειάς που είχαν αφιερώσει στην μουσική. Τα έβλεπε αγχωμένα και δεν του πήγαινε η καρδιά να τα «κόψει». Τους έκανε όμως και παρατηρήσεις. Έπρεπε να βελτιώσουν τις αδυναμίες τους. Κατά τις 12 το μεσημέρι, ο ιδιοκτήτης του ωδείου είπε πως θα ακούσουν ένα ακόμα παιδί και ύστερα θα κάνουν ένα μικρό διάλειμμα. Και τότε μπήκε μέσα στην αίθουσα η Μαρία…

Γεια σας, είμαι η Μαρία, είμαι 14 χρονών και θα προσπαθήσω να παίξω την Λίμνη των Κύκνων στο βιολί μου, είπε συνεσταλμένα. Ο ιδιοκτήτης του ωδείου έγνεψε στους υπόλοιπους κριτές, σα να ήθελε να τους πει ότι τούτο το κορίτσι είναι ξεχωριστό. Η Μαρία έπιασε το δοξάρι και νόμιζες πραγματικά πως ο κύκνος του παραμυθιού ήταν μπροστά σου και σου έλεγε το παραμύθι παίζοντάς το στο βιολί.

«Δεν μπορεί να είναι ο κύκνος. Στο παραμύθι ένας μάγος μετέτρεψε την όμορφη κοπέλα σε λευκό κύκνο. Ποιος μάγος θα τολμούσε να αγγίξει αυτό το αγγελούδι; Φτου σου κοπελάρα. Θα γίνεις σπουδαία μουσικός», σκεφτόταν ο Μιχάλης. Στην μία εκδοχή του παραμυθιού ο πρίγκιπας παίρνει αγκαλιά την αγαπημένη του και πετούν μαζί στον ουρανό. Στην άλλη το ζευγάρι πεθαίνει. Όσο έπαιζε η Μαρία, τόσο πνίγονταν στις σκέψεις του ο Μιχάλης. «Τι παράσταση είναι αυτή Θεέ μου; Απίστευτο ταλέντο! Κάνε να διαλέξει την πρώτη εκδοχή», σκεφτόταν κυριευμένος από αγωνία πλέον. Δεν ήταν μία ακόμα μαθήτρια. Έδινε την δική της παράσταση.

Το δοξάρι είχε πάρει φωτιά. Η ένταση ανεβοκατέβαινε αρμονικά. Οι κριτές είχαν μείνει άφωνοι. Πλησίαζε το τέλος. Στο πρόσωπό της ήταν ζωγραφισμένη η μελαγχολία. Το τέλος πλησίαζε, τελευταίες νότες. Και τότε συνέβη το απροσδόκητο. Το αψεγάδιαστο παίξιμο διεκόπη από την πιο φάλτσα νότα που μπορούσε να παίξει η Μαρία. Λες και ήθελε να σκοτώσει τον κύκνο με τα ίδια της τα χέρια. Σταμάτησε απότομα το παίξιμο στην τελευταία νότα και έμπηξε τα κλάματα. Οι κριτές σηκώθηκαν να την παρηγορήσουν.

Πλησίασε και ο Μιχάλης, αλλά είχε μπει μπροστά ο ιδιοκτήτης του ωδείου και προσπαθούσε να την συνεφέρει, δίνοντάς της ένα ποτήρι νερό. «Τον σκότωσε τον κύκνο επίτηδες. Γιατί όμως;», αναρωτήθηκε. Παρατηρούσε τα δάχτυλά της. Ένα από αυτά είχε λίγο αίμα. Σαν κάποιος να είχε πάρει μία τόσο δα καρφίτσα και να το τρύπησε. Έκλαιγε με αναφιλητά και είχε ιδρώσει πάρα πολύ. Αίμα, δάκρυα και ιδρώτας… από την υπερπροσπάθεια; Ή από κάτι άλλο βαθύτερο; Ποιος ξέρει;

Με τα πολλά την συνέφεραν. Ο δάσκαλός της –που ήταν και μέλος της κριτικής επιτροπής- πήρε τον λόγο και είπε με την απαραίτητη σοβαρότητα. «Μαράκι είσαι εξαιρετική και δεν μπορούμε να αφήσουμε μία φάλτσα νότα να μας χαλάσει την εικόνα. Απλά, προσπάθησε να είσαι συγκεντρωμένη ως το τέλος», είπε και περίμενε μάταια να του χαμογελάσει η μαθήτρια. Η Μαρία τον κοίταζε με τα μεγάλα εκφραστικά μάτια της και ήταν σα να απορούσε. Αλήθεια πίστευε τούτος ο κριτής πως έχασε την τελευταία νότα λόγω άγχους; Επιλογή της ήταν. Το θέμα είναι το γιατί. Τι ήθελε να τους πει;

Αφού την βαθμολόγησαν με άριστα, μάζεψε βιαστικά το βιολί της και έφυγε. Ο Μιχάλης, ήθελε τόσο πολύ να την αναλάβει αλλά θα γινόταν παρεξήγηση με τον δάσκαλο που ήδη είχε αν πρότεινε κάτι τέτοιο. Πίστευε πραγματικά πως αυτό το κορίτσι θα μπορούσε να κάνει παγκόσμια καριέρα.

Πέρασαν 2 χρόνια. Ο Μιχάλης συνέχιζε κανονικά την ζωή του. Παντρεμένος με την Πηνελόπη, είχαν αποκτήσει και το πρώτο τους παιδάκι, ένα γλυκύτατο κοριτσάκι. Μια μέρα, το τηλέφωνο χτύπησε. Ήταν η Μαρία. Έψαχνε νέο καθηγητή γιατί ο δικός της έφυγε στο εξωτερικό. Ο Μιχάλης ενθουσιάστηκε! «Γυναίκα, θυμάσαι το κορίτσι που σου έλεγα με την λίμνη των Κύκνων; Την αναλαμβάνω! Δεν με νοιάζουν τα λεφτά, θα δουλέψουμε μαζί. Πρέπει να την ακούσεις», ανακοίνωσε στην Πηνελόπη.

Τα μαθήματα ξεκίνησαν και πήγαιναν πολύ καλά. Υπήρχε αμοιβαίος σεβασμός. Η Μαρία βέβαια συνέχιζε να είναι απόμακρη αλλά υπήρχαν πλέον και φορές που χαμογελούσε. Ώσπου, μία μέρα και ενώ το μάθημα είχε τελειώσει, δεν άντεξε ο Μιχάλης.

Μαρία θέλω να σε ρωτήσω κάτι που με τρώει από την πρώτη μέρα που σε είδα. Ήταν επιλογή σου εκείνη η φάλτσα νότα; Δεν μπορώ να πιστέψω ότι είχες παίξει έτσι το υπόλοιπο κομμάτι και έκανες λάθος σε αυτό το σημείο», είπε και περίμενε να του λυθεί η απορία.

Η Μαρία τον κοίταξε και είχε ένα πικρό χαμόγελο. Φαινόταν σα να χάρηκε που κάποιος το κατάλαβε.

-Επιλογή μου ήταν δάσκαλε, μα μη ρωτήσετε γιατί σας παρακαλώ, αποκρίθηκε. Μάζεψε το βιολί της βιαστικά και έφυγε όπως τότε.

Τα χρόνια πέρασαν. Σήμερα η Μαρία θα έδινε την τελευταία της παράσταση στην Ελλάδα πριν φύγει για την Βιέννη. Ήταν το πρώτο βιολί στην ορχήστρα. Η παράσταση; Η Λίμνη των Κύκνων. Ο Μιχάλης εκεί. Μπροστά μπροστά μαζί με την σύζυγο. Καμάρωνε λες και ήταν η ίδια η κόρη του. Πως να μην ήταν περήφανος άλλωστε; Το όνειρο της για διεθνή καριέρα γίνονταν πραγματικότητα. Φαινόταν ασυνήθιστα χαρούμενη το τελευταίο διάστημα η Μαρία. «Επιτέλους, θα ακούσω σήμερα την πρώτη εκδοχή, την  χαρούμενη. Μπορεί να μην έμαθα ποτέ τι έφταιγε την πρώτη φορά αλλά ας είναι! Να΄σαι καλά Μαράκι», σκεφτόταν ο δάσκαλος πριν αρχίσει η παράσταση.

Έτσι και έγινε. Η Μαρία μάγεψε το κοινό. Χειροκροτούσαν όλοι όρθιοι για κάποια λεπτά. Ο κύριος Μιχάλης εκεί και αυτός χειροκροτούσε με δάκρυα στα μάτια. «Πάμε στα καμαρίνια. Πάμε να την συγχαρούμε», πρότεινε η Πηνελόπη που αν και δεν είχε σπουδάσει μουσική, τόσα χρόνια δίπλα στον τρελοδάσκαλο κάτι είχε μάθει. Εξάλλου, συμπαθούσε και εκείνη το Μαράκι. Ο κόσμος άρχισε να αποχωρεί, περίμεναν λίγο και κατευθύνθηκαν στα καμαρίνια.

Κόσμος πολύς, φασαρία, δεν άκουγες τον διπλανό σου καλά καλά. Όλοι πηγαινοέρχονταν χαρούμενοι. Η παράσταση είχε πάει καλά. Φτάνοντας έξω από το καμαρίνι της Μαρίας όμως, χλώμιασαν και οι δύο. Φωνές ακούγονταν από μέσα. Μία μπάσα φωνή φώναζε στην Μαρία

«Θα κάνεις αυτό που σου λέω. Όπως τότε. Όπως πάντα. Κατάλαβες; Έλα εδώ».

Η Μαρία έκλαιγε και ζητούσε βοήθεια. Ο Μιχάλης έκανε να ανοίξει την πόρτα μα ήταν κλειδωμένη. Άρχισε να την κοπανάει και προσπαθούσε να την γκρεμίσει. Η Πηνελόπη έψαχνε την ασφάλεια φωνάζοντας. Κάποιοι πανικοβλήθηκαν που την έβλεπαν να φωνάζει για την ασφάλεια και κρύφτηκαν. Τότε, ένας εκκωφαντικός θόρυβος σκέπασε τις φωνές.

Ένας πυροβολισμός.

Εκείνη την ώρα ο Μιχάλης κατάφερε να γκρεμίσει την πόρτα. Ένας άντρας ήταν νεκρός και η Μαρία κρατούσε ένα περίστροφο καθισμένη στο πάτωμα. Φαινόταν σα να είχε γίνει απόπειρα να την βιάσει ο άντρας γιατί τα ρούχα της ήταν σκισμένα. Αίμα. Πολύ αίμα έτρεχε. Η Μαρία έκλαιγε με αναφιλητά. Ο Μιχάλης γονάτισε και την αγκάλιασε. Ήταν ιδρωμένη. Πολύ. Όπως τότε που ήταν 14 χρονών.

-Ηρέμησε κορίτσι μου, ηρέμησε, σε παρακαλώ, της είπε με τρεμάμενη φωνή.

Είναι ο πατριός μου.

-Τι έγινε, Μαρία μου;

-Με βίαζε από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Προσπάθησε και απόψε. Είναι έγκλημα ο βιασμός κύριε Μιχάλη. Είναι έγκλημα! Φώναξέ το να το μάθει ο κόσμος. Αυτός σκότωσε τον κύκνο εκείνο το πρωί, όχι εγώ», είπε κλαίγοντας το Μαράκι.

Εκείνος αποσβολωμένος συνέχισε να της χαϊδεύει τα μαλλιά. Δεν ήξερε τι να πει. Έπρεπε να επιμείνει περισσότερο τελικά για εκείνο το πρωί. Τώρα ήταν αργά.

-Το όνειρό μου κύριε Μιχάλη. Το όνειρό μου βάφτηκε κόκκινο σήμερα…, ήταν τα τελευταία λόγια της Μαρίας πριν έρθει η ασφάλεια.

Αν σου άρεσε η ιστορία, ψήφισέ την εδώ.