Songstory challenge

Συμμετοχή: Ερατώ Τριβιζά

Τραγούδι-Έμπνευση: Το τζίνι

Ερμηνευτής: Χρήστος Πάζης

Στίχοι: Νίκος Βαξαβανέλης

Μουσική: Βασίλης Κελαϊδής

 

Το τζίνι

Είχαν περάσει μόλις δύο χρόνια από την τελευταία φορά που την είδε. Πρώτα αναγνώρισε το άρωμα της και μετά την είδε να μπαίνει στο μπαρ μαζί με έναν άγνωστο που της χαμογελούσε παραπάνω από φιλικά. Τα πόδια του κόπηκαν. Το στομάχι του δέθηκε κόμπος. Έμεινε να την κοιτάζει ασάλευτος.

Θυμάται ακόμα την τελευταία φορά που μίλησαν. Θυμάται τον τσακωμό. Θυμάται την καρδιά του να ραγίζει. Δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να πονέσει περισσότερο μέχρι την στιγμή εκείνη. Χαμογέλασε στον άγνωστο όπως χαμογέλαγε κάποτε σε εκείνον. Ο άγνωστος έσκυψε προς το μέρος της. Τα χείλια του σχεδόν άγγιξαν το δέρμα της καθώς της ψιθύρισε κάτι στο αυτί. «Οι αμαρτίες», του έλεγε κάποτε η μητέρα του, «λέγονται μόνο ψιθυριστά». Και πόσες αμαρτίες της είχε πει ψιθυριστά… Πόσα μυστικά. Η μεγαλύτερη του αμαρτία ήταν ότι την αγάπησε. Ο κόσμος χάθηκε από τα πόδια του μόνο στην σκέψη ότι μπορεί ο άλλος να φιλάει τα χείλη της, χείλη που είχε ο ίδιος διεκδικήσει με τόσο κόπο. Δεν μπορούσε να κοιτάζει το θέαμα.

Βγήκε από το μπαρ λαχανιασμένος. Τα μάτια του έτσουζαν προμηνύοντας το αναπόφευκτο. Δάκρυα έσταζαν στα μάγουλα του, τα οποία πάγωνε ο αγέρας. Επιτάχυνε το βήμα του ευχόμενος να μην τον είχε δει. Ένιωθε μόνος και χαμένος, μέσα στην ζωή του ξένος. Όλοι οι φίλοι του του έλεγαν ότι δεν ήταν ο ίδιος, ότι είχε χάσει τον εαυτό του. Που να ήξεραν ότι είχε χάσει την καρδιά του, την ψυχή του… το μυαλό του.

Ξαφνικά, εκεί που προχωρούσε με τα χέρια στην τσέπη του και το κεφάλι κατεβασμένο, είδε μπροστά του ένα σύννεφο καπνού και εμφανίστηκε το τζίνι του γνωστού παραμυθιού. Στάθηκε ψηλό και στιβαρό μπροστά του. Τα μάτια του έπεσαν αμέσως πάνω του. Σταύρωσε τα χέρια του και μίλησε δυνατά και καθαρά.

-Πες μου φίλε μια επιθυμία σου για να σβήσει η θλίψη αμέσως και η μελαγχολία σου.

Τον κοίταζε άναυδος.

Συγνώμη, ποιος είσαι;, ρώτησε τρομαγμένος.

-Είμαι το τζίνι το γνωστό και ήρθα εδώ να σου εκπληρώσω οποιαδήποτε επιθυμία σου για να σβήσει η θλίψη και η μελαγχολία σου. Έκανε μια παύση για να βεβαιωθεί ότι τον άκουγε. Θέλεις δόξα θνητέ; Θέλεις πλούτη; Μπορώ να σου τα δώσω. Θέλεις δύναμη μεγάλη; Θες γυναίκες στην σειρά; Μπορώ να σου τα φέρω. Με ένα χτύπημα των δακτύλων μου μπορώ να σε πάω μια βόλτα στο φεγγάρι, να σου φτιάξω μια πόλη στο βυθό. Θες ότι έχουν όλοι οι άλλοι; Θες κάτι παραπάνω από αυτούς; Ακόμα και τον Πύργο τον Λευκό μπορώ να σου φέρω εδώ, φτάνει απλά να το ευχηθείς.

Τον κοίταξε με ένα θλιμμένο χαμόγελο.

-Ούτε πλούτη θέλω, ούτε δύναμη, ακουγόταν κουρασμένος. Τίποτα από αυτά δεν θα γιατρέψουν την θλίψη μου.

Το τζίνι τον κοίταζε παραξενεμένο.

-Και τι θες φίλε μου θνητέ;

-Ένα θαύμα κάνε, τζίνι, για να γυρίσει εκείνη, είπε απαλά με έναν λυγμό να μπλέκεται στον λαιμό του.Έχω καημό πολύ μεγάλο που τα πλούτη και η δύναμη δεν θα γιάνουν. Ένα θαύμα θέλω, τζίνι, για να γυρίσει εκείνη στην αγκαλιά μου. Πεθαίνω δεν αντέχω άλλο μακριά της.

-Θέλεις πλούτη; Θα στα φέρω. Θες γυναίκες και λεφτά; Δικά σου. Ακόμα και στο φεγγάρι μπορώ να σε πάω, άρχισε να λέει το τζίνι. Το βλέμμα του άλλαξε, έγινε πιο ευγενικό. Δεν μπορώ όμως να παίξω με του έρωτα τα φτερά. Να την κάνω να έρθει είναι το πιο εύκολο, αλλά να σε αγαπήσει δεν μπορώ να την κάνω.

Η καρδιά του ράγισε ξανά.

-Αλλά να ξέρεις εκεί που υπάρχει αγάπη δεν χρειάζονται μαγικά. Του έκλεισε το μάτι και εξαφανίστηκε από μπροστά του μέσα σε ένα σύννεφο καπνού.

Τότε άκουσε την φωνή της να φωνάζει το όνομα του σα να ήτανε το πιο όμορφο τραγούδι. Γύρισε και την είδε με τα μάτια να γυαλίζουν και τα μάγουλα κόκκινα από το κρύο.

-Σε είδα… Έφυγες και… μάσαγε τα λόγια της. Δεν ξέρω γιατί έτρεξα μέχρι εδώ… Απλά ήθελα να σου πω ότι… Σταμάτησε εκεί. Δεν χρειάστηκε να συνεχίσει, εκείνος κατάλαβε τι εννοούσε. Με δύο βήματα έφτασε κοντά της και την πήρε αγκαλιά. Ευχαρίστησε από μέσα του το τζίνι, είτε είχε βάλει το χεράκι του είτε όχι. Την είχε όμως αγκαλιά.

 

Αν σου άρεσε η ιστορία, ψήφισέ την εδώ.