Songstory challenge

Συμμετοχή: Κλέαρχος Σταματουλάκης

Τραγούδι-Έμπνευση: Comeback

Ερμηνευτής: Άντζελα Δημητρίου

Στίχοι: Νεκτάριος Μπήτρος

Μουσική: Νεκτάριος Μπήτρος

 

Κάνω Comeback

Και ναι, ρε φίλε, τι να ‘κανα; Έκανα comeback στον έρωτά της. Βασικά από τον ερωτά της. Εγώ καλά ήμουν αραχτός στο τραπεζάκι μου. Τι ήταν να εμφανιστεί αυτή; Εκείνη την ώρα έκανα ταβανοθεραπεία μέχρι να έρθει η σειρά μου. Ήμουν λίγο κομμάτια να το πω, λίγο πτώμα να το πω… στα καλύτερά μου δε με έλεγες πάντως. Και ξαφνικά την ένιωσα να με κοιτάει. Εκεί ταράχτηκε το είναι μου. Ένιωσα μια σπίθα, ρε παιδί μου, να σκάει από τον αυχένα μου να διατρέχει όλη τη σπονδυλική μου στήλη, να περνάει κάτω από τη λεκάνη και να επιστρέφει για να εκραγεί πλήρως στο κρανίο μου. Κι έτσι κάπως μου άνοιξαν τα μάτια. Κι ενώ μέχρι εκείνη την ώρα έβλεπα τα βράχια όπου έσκαγε το κύμα, είδα εκείνην.

Ήταν για να το θέσω κομψά, χυμώδης. Πληθωρική. Παρόλο που ήταν κοντούλα είχε εξαιρετικές αναλογίες στις καμπύλες της. Τα μαύρα μαλλιά της ήταν κομμένα έτσι που οι άκρες τους έφταναν στα κόκκινα χείλη της. Γενικά δεν μου αρέσουν τα κοντά μαλλιά στις γυναίκες, αλλά σε αυτή με αναστάτωσαν. Έκαναν και αντίθεση με το λευκό της δέρμα και το λευκό που φορούσε από πάνω με τρέλανε- φώτιζε υπέροχα το πρόσωπό της, έτσι όπως αντιφέγγιζαν πάνω στο ύφασμα οι λάμπες φθορίου. Ήμουν φωτογράφος παλιότερα και μου έμεινε. Ένα καλά φωτισμένο και καδραρισμένο πρόσωπο μου εξιτάρει τη φαντασία. Ενίοτε και κάτι άλλο. Πλέον δεν ξέρω αν θα έχει χρήση. Αλλά να μου πεις γιατί να μην έχει; Εδώ άλλα κι άλλα κάνω που δεν το περίμενα.

Με πλησιάζει λοιπόν και με κοιτάει μέσα στα μάτια. Με σκότωσε η ρουφιάνα γιατί δεν έκανε ούτε μία έκφραση. Οκ, μπορεί να ήμουν στραπατσαρισμένος, αλλά είμαι άνθρωπος κι εγώ μαντάμ. Καλά, ήμουν άνθρωπος. Είμαι; Είμαι πτώμα. Θεωρούμαι και άνθρωπος ταυτόχρονα;

Ε, πες μου ότι δεν το κατάλαβες, τόση ώρα σου μιλάω και σου ανοίγω την καρδιά μου. Βασικά την καρδιά μου μου την άνοιξε η Ντίνα, όταν μου έκανε τη νεκροψία αργότερα. Και δεν μου την άνοιξε ακριβώς. Μου την έβγαλε για να μου την μετρήσει. Την καρδιά, μωρέ μαλάκα, την καρδιά. Το άλλο είναι στα 18,5 εκατοστά και στα μεγάλα ντουζένια στα 19. Αχ, όταν την πήρε στα χέρια της. Μετά την πρώην μου, που με κατέστρεψε η σκρόφα, είχα κλειδώσει την καρδιά μου και ήμουν μέσα στη μιζέρια. Γι’ αυτό και αποφάσισα να κάνω bungee jumping. Κι έτσι έσκασα με τη μούρη πάνω στα βράχια γιατί οι μαλάκες οι άλλοι είχαν ξεχάσει να υπολογίσουν ότι ήμουν λίγο πιο ψηλός από τον Ασιάτη που είχε πέσει πριν από μένα.

Ακουμπάει που λες η Ντίνα το νυστέρι στο στήθος και μου ξεκλειδώνει το είναι. Είδε τον εσωτερικό μου κόσμο, όπως καμία άλλη γυναίκα σε αυτό τον κόσμο. Μα πες ρε συ, δεν είναι σαν παραμύθι όλο αυτό; Βρεθήκαμε τυχαία, κοίταξε βαθιά μέσα μου και προέκυψε έρωτας. Καλά, έρωτας από τη δική μου πλευρά. Αυτή βέβαια, όταν ρόλαρα από το τραπέζι και έπεσα στα γόνατα να της ζητήσω το χέρι της -ναι σου λέω, ήταν κεραυνοβόλος, ήταν η γυναικά της ζωής μου- πάτησε τις τσιρίδες.

Να τσιρίζει αυτή, να προσπαθώ να μιλήσω εγώ και να μην μπορώ. Βλέπεις είχε στραβώσει στην κυριολεξία το στόμα μου, όταν είδα το βράχο να έρχεται έπαθα εγκεφαλικό από το ζόρι και αυτό με σκότωσε. Τακτοποίησα όπως – όπως το σαγόνι μου και μπήκε υποτυπωδώς στη θέση του. Και τότε κάνω την κίνηση. Με το που της άπλωσα τα χέρια να την αγκαλιάσω, λιποθύμησε.

Για να μην στα πολυλογώ, αφού μάζεψα καρδιές και συκώτια, τα παράχωσα μέσα στο κορμί μου και έκλεισα την τομή με εκείνα που είναι σαν συρραπτικά, αλλά για ανθρώπους. Βιαζόμουν για να μη μου ξεπαγιάσει το Ντινάκι στο πάτωμα κι έτσι δεν έκανα και πολύ καλή δουλεία. Όταν με κοίταξα μετά στον καθρέφτη, το στήθος μου έμοιαζε με στραβοκουμπωμένο πουκάμισο.

Να προσπαθώ να την ξυπνήσω και να μη συνέρχεται. Βλέπω πιο κει το κινητό της να ανάβει και να χτυπάει. Χτυπούσε με Άντζελα. Εκεί κάπου τα χαλάσαμε, γιατί εγώ τέτοια τραγούδια ούτε να τα ακούσω κατά λάθος. Αφού ξεπέρασα το πρώτο σοκ, θες η περιέργεια, θες η μαύρη μου η μοίρα; Πλησιάζω.

Και τι να δω ρε φίλε; Φωτογραφία επαφής το Ντινάκι αγκαλιά μ’ έναν μουσάτο. Να δείχνει ένα δαχτυλίδι στο αριστερό της χέρι. Γυρίζω να κοιτάξω και το μονόπετρο της με κοιτάει από το πάτωμα. Αφού δεν το ‘παθα τότε το εγκεφαλι- oh, wait.

Να μου το κάνει αυτό εμένα; Εμένα; Που ήμουν έτοιμος να της χαρίσω τ’ άστρα; Αρπάζω το κινητό μέσα στα νεύρα αλλά ο μουσάτος το κλείσε. Κοιτάω την οθόνη και το γυρίζω προς το πρόσωπο της. Ξεκλείδωσε. Το δικό μου το κινητό σίγουρα δε θα με αναγνώριζε.

Μπήκα στις φωτογραφίες και ένιωσα τα μηνίγγια μου να χορεύουν πεντοζάλη. Το Ντινάκι μόνο του, το Ντινάκι με το μουσάτο, ο μουσάτος μόνος του, το Ντινάκι, ο μουσάτος κι ένα τσιουάουα, ο μουσάτος γυμνός- άι στο διάολο ρε μαλάκα, το Ντινάκι γυμνό- ω, ρε μάνα μου, το Ντινάκι με… το Ντινάκι; Πλάκα κάνεις! Έχει δίδυμη αδερφή; Μου κάνετε πλάκα!

Είναι ίδιες! Τη λένε Αγγέλα, απ’ ότι με πληροφόρησε το κρεμαστό στο λαιμό της. Αυτό ήταν. Τώρα εξηγούνταν όλα. Πέθανα και ήρθα στον παράδεισο με τα αγγελάκια by porxy. Και απ’ ότι είδα το δάχτυλο είναι γυμνό.

Αυτό ήταν. Αυτή είναι η γυναίκα της ζωής μου. Όχι η σιχαμούρα η Ντίνα που κάθεται σε όποιον μουσάτο της στείλει το παπάρι του. Και τον παντρεύεται κιόλα.

Και φτάνουμε στο τώρα. Πρέπει να βρω την Αγγέλα. Το κινητό κλείδωσε. Το ξεκλειδώνω πάλι με τη μούρη της λιπόθυμης. Δε γίνεται έτσι δουλίτσα. Δεν μπορώ να την κουβαλάω μαζί μου μέχρι να βρω την αδερφή της. Κοιτάω δίπλα μου το τραπεζάκι με τα εργαλεία. Τανάλια ή κάτι που μοιάζει με τανάλια. Σκύβω και δοκιμάζω να ξεκλειδώσω το κινητό με τον αντίχειρα. Δούλεψε.

Πιάνω την τανάλια και τοποθετώ τον αντίχειρά της στη μέση από τις λεπίδες. Όχι, μωρέ. Αμαρτία είναι. Θα γινόταν… κουνιάδα μου; Νομίζω. Ας μην πονέσει. Την κοιτάω σχεδόν με στοργή πρέπει να πω. Της κρατάω γλυκά τον αυχένα με τα χέρια μου. Κρακ! Παρ’ τα μωρή άρρωστη! Να μάθεις να παίζεις με τα αισθήματα του άντρα της ζωής σου.

Στα δεξιά της βλέπω έναν αναπτήρα. Κάπνιζε κιόλα. Ελπίζω η γυναικούλα μου να μην καπνίζει. Από την άλλη μεριά του κρεβατιού που ξάπλωνα βλέπω διάφορα μπουκαλάκια. Αρχίσω και τα σκαλίζω μέχρι που βρίσκω το οινόπνευμα.

Αρχίζω και πιτσιλάω πάνω στα μπουκαλάκια, πάνω στο πτώμα -όχι εμένα, το άλλο πτώμα- γύρω μου, παντού. Πιάνω το φουλάρι της παραλίγο συζύγου μου, το ανάβω με τον αναπτήρα και το πετάω πάνω στα μπουκαλάκια.  Μακελειό.

Βγαίνω από το νεκροτομείο ενώ βαράνε σειρήνες. Βλέπω δύο νοσηλευτές να πλησιάζουν. Απλώνω τα χέρια και τους κάνω νόημα να φύγουν. Με το που με βλέπουν ουρλιάζουν και πέφτει ο ένας κάτω και ο άλλος κάνει επιτόπου στροφή και σκάει στον τοίχο από λάθος υπολογισμό.

Γάμα τους. Εγώ πρέπει να βρω την Αγγέλα.

 Ακούω κι άλλους να πλησιάζουν. Ανοίγω το στόμα και με βραχνή φωνή καταφέρνω να πω

«Κάνω καμπάκ, αλήτες. Αγγελααααα!»

 

Αν σου άρεσε η ιστορία, ψήφισέ την εδώ.