Songstory challenge

Συμμετοχή: Κοσμάς Χατζηιωαννίδης

Τραγούδι-Έμπνευση: Καταιγίδα

Ερμηνευτής: Αντύπας

Στίχοι: Νίκος Καρβέλας

Μουσική: Νίκος Καρβέλας

 

Καταιγίδα

Τι κάνει ένα μυαλό για να επιβιώσει; Φαντάζεται. Ειδικά σε μια πόλη που έχει τον τρόπο της να σκοτώνει όνειρα. Είναι λες και όλος ο περίγυρος μου είναι δημιουργημένος με ένα σκοπό. Να τρέφεται από τη λεπτή κλωστή που με κρατάει όμηρο στον κόσμο της λογικής.

Αν και νιώθω πως είναι πολύ αργά για μένα, πάντα βρίσκω κάτι να με κρατάει ζωντανό. Είναι ένα πάρκο με όμορφα πελώρια δέντρα και δρομάκια ήσυχα διπλά στο ποτάμι. Είναι ένα μέρος γαλήνης με ελάχιστους ανθρώπους που γίνονται συνέχεια και λιγότεροι. Κάποιοι από αυτούς με αποκαλούν το Φάντασμα του Πάρκου και από όσο καταλαβαίνω τους τρομάζω. Δεν έχω σκοπό να τους πειράξω, ποτέ δεν πείραξα κανέναν και άλλωστε γιατί να το κάνω; Ο θάνατος τους δε θα μου προσφέρει κάτι, ούτε θα κάνει την πόλη καλύτερη. Η ζωή είναι αυτή που κάνει τον κόσμο καλύτερο. Ο επιστάτης του πάρκου είπε ότι είμαι πολύ κάλος, έσωσα μια παπιά τις προάλλες που κάποιο τέρας έσπασε το φτερό της και την άφησε να πεθάνει μονή της εκτός του πάρκου μέσα στη λάσπη. Πάπιες, πολύ αστεία ζώα, καλά ζώα, καλύτερα από τους ανθρώπους. Άνθρωποι, τέρατα, ικανοί για το χειρότερο. Παίρνουν έναν κόσμο ομορφιάς και καταφέρνουν να τον ασχημαίνουν. Ακόμα και όταν έχει ήλιο δε καταλαβαίνεις διαφορά. Είναι ένα ενοχλητικό φαινόμενο που φέρνει πονοκέφαλο κυρίως γιατί φέρνει ανθρώπους. Ήλιος σημαίνει βγαίνω έξω και βγαίνω έξω σημαίνει ενοχλώ το φάντασμα.

Το χειμώνα είναι καλύτερα. Στέκομαι απλά μέσα στη βροχή παρατηρώντας τα γυμνά δέντρα να κουνιούνται δεξιά και αριστερά από τον μανιώδη αέρα. Χορεύω στη βροχή και τραγουδώ στο χιόνι όταν όλα γίνονται γκρίζα και τα τέρατα μένουν σπίτι τους. Αυτοί γιατί έρχονται στο δικό μου; Εγώ δεν μπαίνω στα δικά τους. Δεν πάω ποτέ να γκρεμίσω το τζάκι τους αλλά αυτοί έκοψαν το δέντρο μου. Μαζί με αυτό έκοψαν και τον σκίουρο μου όπως και την οικογένεια του. Γιατί αυτός ο κόσμος τους ανήκει; Αφού δε τον αξίζουν. Καταστρέφουν τον κόσμο μου κάθε μέρα και εγώ είμαι απλά ένα φάντασμα που δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Απλά θέλω να ξεσκίσω τη σάρκα μου από το ίδιο μου το πρόσωπο για να τους δείξω πως μοιάζουν αυτοί στα ματιά μου αλλά δε θα καταλάβουν. Ξαφνικά θα γίνω εγώ πάλι ο τρελός που τρομάζει τους περαστικούς στο πάρκο.

Τις προάλλες νομίζω πως το έχασα. Κάποιος σκότωσε την παπιά μου. Το καλύτερο πλάσμα στο σύμπαν. Την βρήκα σπασμένη σε όλο της το σώμα, μια μάζα αίματος και κοκάλων τόσο λιωμένη που με τη σκούπα τη ρίξαμε απευθείας στον υπόνομο. Η πάπια αυτή, ήταν η τελευταία φίλη που είχα σε αυτό τον κόσμο. Εντάξει όλα τα ζώα ήταν φίλοι μου, αλλά αυτή την ξεχώρισα. Ήταν η πρώτη που έσωσα και μου έδειξε μεγαλύτερη ευγνωμοσύνη από όσο οι άνθρωποι αυτής της πόλης μου έδειξαν ποτέ. Πάντα κρατούσα το πάρκο καθαρό ενώ οι ίδιοι το βρόμιζαν για να έρχονται τις Κυριακές και να το ξανά βρομίζουν και με σκουπίδια αλλά και με την παρουσία τους.

Η πάπια μου τι μπορεί να τους έκανε; Τι να έφταιξε σε αυτό το κτήνος που τη σκότωσε; Πως ένα από τα πλάσματα που κάνει τον κόσμο μου καλύτερο έκανε το δικό του χειρότερο; Η πάπια δεν του σκότωσε τη μανά, αυτός όμως γιατί σκότωσε τη μανά από τέσσερα παπάκια; Τη μια μέρα ήθελα να φύγω, αλλά να πάω που; Αυτή η πόλη θα βρει τρόπο να με φέρει πίσω, πάντα βρίσκει τρόπο να σκοτώσει κάθε τι την κάνει καλύτερη. Να μιλήσω; Θα με πούνε ψεύτη. Ένας περαστικός μια μέρα μου είπε πως με την πρώτη ευκαιρία θα με κρεμάσει όταν τον σταμάτησα από το να βαφεί το δεύτερο δέντρο μου.

Μια μέρα μέσα στην θλίψη μου γινόμουν όλο και πιο μονός. Ήταν η μέρα που κατάλαβα τι σημαίνει να τρελαίνεσαι. Ήταν πάντα μια απορία μου πως είναι όταν κόβεται η κλωστή; Σχεδόν άκουσα το τσακ εκείνη τη μέρα που βυθίζει το μυαλό από το φως στο σκοτάδι αν και σε μια τόσο σκοτεινή πόλη μάλλον γίνεται το αντίθετο. Τελικά δεν ήταν και τόσο άσχημα. Εκεί που η πραγματικότητα έμοιαζε νεκρή όλα ζωντάνεψαν και πάλι. Ήμουν με τη φίλη μου την παπιά, τον κολλητό μου τον σκίουρο πάνω στο δέντρο μας και πάλι. Ενώ όλοι χάζευαν τα κινητά τους εγώ χάζευα αυτά και την αθωότητα τους ενώ κοιμόντουσαν διπλά μου. Σήκωνα το βλέμμα μου και χάζευα το χάος από τα αστέρια ήταν όμορφα.Πέρασε καιρός που έγινα θεός αυτού του κόσμου που δημιούργησα και ήμουν πάλι χαρούμενος.

Μια μέρα όμως συνέβη και κάτι που δεν περίμενα. Αποφάσισα πως θα ξυπνήσω με ήλιο και θα πάω μια βόλτα με όλα τα ζωάκια του πάρκου. Ήταν ένα δροσερό πρωί και είχα ένα κοπάδι πίσω μου. Στον ωμό μου έκατσε ο αετός, στο λαιμό μου τυλίχτηκε ένα φίδι. Οι πάπιες έκαναν παρέλαση πίσω μου και οι σκίουροι πηδούσαν από δέντρο σε δέντρο. Υπήρχε μια αρμονία γύρω μου προσφέροντας μου το καλύτερο συναίσθημα στον κόσμο. Ήταν η καλύτερη λιακάδα.

Μέχρι που, καταιγίδα.

Όταν σε είδα μπροστά μου εσένα που στο είδος ήσουν τέρας αλλά στην ψυχή μια από εμάς. Ήσουν ξανθιά και χαμογέλασες όταν σε είδα σαν κανέναν άλλο που πέρασε από αυτό το πάρκο ποτέ. Ο κόσμος μου καταστράφηκε και νόμιζα ότι έβρεχε για ώρα σαν άνοιξαν οι ουρανοί ρίχνοντας όλο το νερό του κόσμου. Ήθελα να έρθεις στον κόσμο μου να κυβερνήσουμε μαζί αυτό το βασίλειο. Το είδα στα μάτια σου ότι το ήθελες και συ. Πίστευα ότι μου ανήκες για μια στιγμή. Όταν σε είχα στα χεριά μου, ήμουν το πιο ευτυχισμένο φάντασμα του κόσμου. Ήσουν αληθινή το ξέρω. Ακόμα και όταν ήμουν με τα ζωάκια μου πάντα ένιωθα ότι κάτι λείπει, ήξερα ότι δεν ήταν πραγματικά εκεί. Αλλά εσύ ήσουν. Καταιγίδα. Σε άγγιζα σε αγκάλιαζα, μα, καταιγίδα. Όπως έβλεπα το όμορφο σου πρόσωπο στην αγκαλιά μου, καταιγίδα.

Κοίταξα στα χεριά μου, μα δε σε είδα. Όλα μαύρισαν και κοίταζα στη λάσπη μα έβρεχε πολύ. Κοίταξα πάνω και ήταν το αίμα σου όταν σε κρέμασα με χίλιες δυο πληγές στο τρίτο μου και τελευταίο μου δέντρο. Μπορεί να ήμουν μια ζωή σιωπηλός αλλά ούρλιαξα όταν σε είδα με το αίμα σου να στάζει φτιάχνοντας μια λίμνη ανάμεσά στη λάσπη. Το πρόσωπο σου σφαγμένο σε χίλια κομμάτια. Ίσως αυτό τελικά να ήταν ο τρόπος που αγαπούσα. Μια καταιγίδα μέσα στον κακό ήλιο αυτής της πόλης.

Μετά σκοτάδι.

Τελευταία ανάμνηση, φωτιές γύρω μου και μια θηλιά στο λαιμό μου. Πάω να βρω τα ζωάκια μου. Συγνώμη για την καταιγίδα παιδιά, απολαύστε τον ήλιο σας. Τελικά ίσως έμεινα πολύ καιρό σε αυτή την πόλη.

 

Αν σου άρεσε η ιστορία, ψήφισέ την εδώ.