Songstory challenge

Συμμετοχή: Νάντια Κίσκα

Τραγούδι-Έμπνευση: Εξάρτηση

Ερμηνευτής: Γιώργος Λεμπέσης

Στίχοι: Φοίβος

Μουσική: Φοίβος

 

Γύρνα πίσω ή έστω τηλεφώνα

Οι μέρες περνούσαν χωρίς νέα της. Ο Χριστόφορος τριγυρνούσε στο μικρό διαμέρισμα του σαν τρελός. Είχαν περάσει 15 μέρες από την μέρα που έφυγε χωρίς καμία ειδοποίηση και πλέον η απουσία της ήταν δυσβάστακτη για εκείνον.

Οι συγγενείς και φίλοι που τον είχαν καλέσει τις πρώτες μέρες της απουσίας της για να μάθουν νέα είχαν πάψει πλέον να ενδιαφέρονται. Τα τηλεφωνήματα του είχαν αραιώσει και αυτά.

Η άρνηση του να δεχτεί την απουσία της την πρώτη μέρα ήταν παροιμιώδης. Προχωρούσε μες στο σπίτι και της μιλούσε δίχως να περιμένει απάντηση. Υποκρινόταν ότι του ήταν θυμωμένη και απλά ήταν στο υπνοδωμάτιο γιατί δεν ήθελε να τον βλέπει. Εκείνος όμως συνέχιζε να της μιλάει. Να της λέει για τις ώρες που έλειπε στην δουλειά ή πόσα κιλά σήκωσε στο γυμναστήριο. Αξιολύπητο τουλάχιστον για τους φίλους του.

Στο δεύτερο στάδιο, αυτού του θυμού, έσπασε ότι βρήκε μπροστά του. Η ενοχή τον έτρωγε ζωντανό και έπαιζε με τα ευαίσθητα νεύρα του. Φώναζε, έκλαιγε, ούρλιαζε. Οι ένοικοι της πολυκατοικίας του έκαναν συνεχώς παράπονα για τις φωνές του όμως εκείνος τους έκλεινε την πόρτα κατάμουτρα, στολίζοντας τους με τόσο όμορφα κοσμητικά επίθετα που θα έκαναν ακόμα και τους εργάτες του Σκαραμαγκά να μοιάζουν να βγήκαν κατευθείαν από το παρθεναγωγείο.

Στο τρίτο στάδιο… Το τρίτο στάδιο ήταν περίεργο. Κανονικά ακολουθούσε η διαπραγμάτευση αλλά εκείνος το συνέπτυξε με αυτό της θλίψης και εκεί είχαμε μείνει. Είχε σταματήσει να πηγαίνει στο πανεπιστήμιο και περνούσε τις μέρες του στο σπίτι, κοιτώντας φωτογραφίες και κλαίγοντας μέχρι να τον πάρει ο ύπνος. Ένα μεγάλο γιατί τον κυνηγούσε όπου και εάν πήγαινε. Είχε σταματήσει να τρώει και να κάνει μπάνιο. Μονάχα κοιμόταν και έκλαιγε. Οι γονείς του είχαν προσπαθεί πολλές φορές να παρέμβουν αλλά τους είχε απορρίψει. Με το ζόρι η μητέρα του βρισκόταν στο διαμέρισμα του συγυρίζοντας σήμερα. Μάζευε τα άδεια κουτιά πίτσας και τις μπύρες που πλέον κατέκλυζαν κάθε επιφάνεια του σπιτιού.

«Δεν το πιστεύω…» μονολογούσε κάθε φορά που έριχνε άλλο ένα τενεκεδένιο κουτάκι στην μαύρη σακούλα σκουπιδιών που κρατούσε. «Όλα αυτά για αυτή… αυτή την άχρηστη…»

«Μάζεψε τα λόγια σου, μάνα!» της φώναξε από το υπνοδωμάτιο. Εκείνη παράτησε την σακούλα και όρμησε μέσα στο υπνοδωμάτιο. Η δυσωδία από την απλυσιά και τα βρώμικα ρούχα της έφεραν εμετό.

«Αγόρι μου, πας καλά; Όλα αυτά δεν σου φαίνονται υπερβολικά;»

«Την αγαπάω!» της ούρλιαξε αγκαλιάζοντας το μαξιλάρι του πιο σφιχτά. Το βλέμμα της μητέρας του μεγάλωσε. Αναστέναξε και πήγε και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Τα μεγάλα, βουρκωμένα μάτια του γιου της την κοιτούσαν με παράπονο.

«Το ξέρω μωρό μου. Και είναι λογικό, ήσασταν τόσα χρόνια μαζί. Αλλά καρδιά μου…» Η χαμηλή φωνή της ακούστηκε τότε από το υπνοδωμάτιο κάνοντας και τους δυο να παγώσουν στις θέσεις τους.

«Μαμά…;» ρώτησε αβέβαιος όταν άκουσε το κάλεσμα της ξανά. Πέταξε γρήγορα το μαξιλάρι και τα σκεπάσματα από πάνω του και έτρεξε στο σαλόνι. Η μητέρα του ακριβώς από πίσω του κοιτούσε το κέντρο του σαλονιού με την ίδια έκπληξη που ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του γιού της. Εκεί, πάνω στο τραπέζι του σαλονιού, βρισκόταν καθισμένη εκείνη.

«Νεφέλη, γύρισες!» φώναξε χαρούμενος και όρμησε μπροστά παίρνοντας την στην αγκαλιά του. Εκείνη του χάρισε ένα από τα λατρεμένα του νιαουρίσματα και τον χάιδεψε με την πορτοκαλιά ουρά της στο πρόσωπο. Δάκρυα χαράς έτρεξαν από το πρόσωπο του και την έσφιξε πιο πολύ πάνω του. Επιτέλους, ο έρωτας της ζωής του είχε επιστρέψει.

 

Αν σου άρεσε η ιστορία, ψήφισέ την εδώ.