Songstory challenge

Συμμετοχή: Ζωή Παππά

Τραγούδι-Έμπνευση: Φωτογράφε

Ερμηνευτής: Σταμάτης Γονίδης

Στίχοι: Σταμάτης Γονίδης

Μουσική: Σταμάτης Γονίδης

 

Το τρίτο ραντεβού

Το χάρτινο σακουλάκι σκίζεται και οι λευκοί κόκκοι ζάχαρης σκορπίζονται πάνω στο τραπέζι. Νιώθω τις άκρες των αυτιών μου να κοκκινίζουν και μαζεύω όπως όπως τη ζάχαρη. Ρίχνω μια κλεφτή ματιά προς το μέρος της Ελπίδας και τη βλέπω να προσπαθεί να συγκρατήσει το γέλιο της. Το κοκκίνισμα εξαπλώνεται στα μαγουλά μου και επιχειρώ να κρυφτώ πίσω από την τεράστια κούπα. Το τσάι κυλάει στον ουρανίσκο μου και κάνω μια γκριμάτσα αηδίας. Είναι πικρό.

Το πρώτο μου ραντεβού με την Ελπίδα ήταν εύκολο παρά το αρχικό κομπλάρισμα που αισθανόμασταν και οι δύο. Καταλήξαμε να μιλάμε με τις ώρες και ήταν σίγουρα μια από τις πιο υπέροχες στιγμές των δεκαοχτώ μου χρόνων.

Στο δεύτερο ραντεβού πήγαμε στον κινηματογράφο. Είδαμε μια κωμωδία και κάθε φορά που γελούσε, κάθε φορά που άγγιζε το χέρι μου όταν έπαιρνε ποπκόρν, οι πεταλούδες στο στομάχι μου πετάριζαν με προσμονή.

Αυτό είναι το τρίτο ραντεβού και η ατμόσφαιρα γύρω μας είναι ηλεκτρισμένη. Υπάρχει η προσδοκία για κάτι παραπάνω από τυχαία αγγίγματα και κρυφά βλέμματα και το μυαλό μου έχει βραχυκυκλώσει.

Η ώρα περνάει και η σιωπή πέφτει γύρω μας βαριά. Οι παλάμες μου ιδρώνουν και τις σκουπίζω πάνω στο τζιν μου. Σπάω το κεφάλι μου να βρω κάτι ενδιαφέρον να πω μα είναι λες και όλες οι καλές ιδέες έχουν γλιστρήσει έξω. Σε λίγο θα αρχίσω να μιλάω για τον καιρό. Αυτό που με σώζει από το να ντροπιαστώ ακόμη περισσότερο είναι το τραγούδι που ξεκινάει να παίζει στο ραδιόφωνο. Είναι ένα λαϊκό άσμα, που ακούγεται παράταιρο στην μοντέρνα καφετέρια με τους δίσκους της ροκ να κρέμονται στους τοίχους. Ξεσπάμε σε γέλια και λίγη από την αμηχανία που μας περιβάλλει εξατμίζεται.

Ο τραγουδιστής τραγουδά για προδοσίες και για μια φωτογραφία και η Ελπίδα με κοιτά με μάτια που αστράφτουν ακόμη από το γέλιο.

– Είδα τη φωτογραφία που έχεις στο facebook, μου λέει.

– Με έψαξες στο ίντερνετ; την πειράζω.

– Λες και δεν έκανες τι ίδιο, απαντά.

– Μπορεί, λέω με διπλωματικό τρόπο.

– Η κοπέλα που είστε μαζί στη φωτογραφία είναι η αδελφή σου;

– Ναι.

Δεν θέλω να μιλήσω για την αδελφή μου. Μόνο και μόνο που την αναφέρει το στομάχι μου δένεται κόμπος.

– Δίδυμες είστε;

Έχω ακούσει αυτή την ερώτηση τόσες φορές στη ζωή μου που έχω χάσει τον λογαριασμό.

– Όχι, έχουμε ένα χρόνο διαφορά.

Για την ακρίβεια είμαι έντεκα μήνες μεγαλύτερη από την αδελφή μου.

– Μοιάζετε πολύ, λέει η Ελπίδα.

– Ναι, μας το λένε συνέχεια.

Ίδιο ανάστημα, ίδια καστανά μάτια και μαλλιά. Ακόμη και το στυλ ντυσίματος και ο τρόπος που χτενιζόμαστε δεν διαφέρει πολύ. Δεν το κάνουμε επίτηδες, δεν θέλουμε να μας περνάνε για δίδυμες, απλώς τυχαίνει να έχουμε παρόμοια γούστα και ενδιαφέροντα. Η αδελφή μου είναι η καλύτερή μου φίλη. Ο άνθρωπος που ξέρει όλα μου τα μυστικά. Δηλαδή που ήξερε όλα μου τα μυστικά.

Εδώ και μια εβδομάδα της λέω ψέματα. Και αυτό το ψέμα με τρώει όπως το σαράκι ροκανίζει λίγο λίγο το ξύλο μέχρι που στο τέλος δεν μένει τίποτα. Το έχει καταλάβει πως κάτι της κρύβω, μα δεν με πιέζει να της το πω. Περιμένει να πάω εγώ σε εκείνη και φυσικά αυτό κάνει τις τύψεις ακόμη χειρότερες.

Δεν είναι τυχαίο που δεν ανέφερα την αδελφή μου στο πρώτο μας ραντεβού όταν μιλάγαμε για πέντε ολόκληρες ώρες. Αν δεν με ρώταγε η Ελπίδα, ούτε και σήμερα θα έλεγα κάτι. Τι να πω; Πως η αδελφή μου είναι ο άνθρωπός μου και η γνώμη της μετράει περισσότερο από κάθε άλλου; Πως αν έχει πρόβλημα με τη σχέση μου με την Ελπίδα δεν ξέρω τι θα κάνω;

– Είστε δεμένες; ρωτά.

– Ναι, απαντώ μονολεκτικά ελπίζοντας να καταλάβει πως δε θέλω να το συζητήσω άλλο.

Η Ελπίδα γέρνει το κεφάλι στο πλάι και με κοιτά με ύφος εξεταστικό. Ένα ξανθό τσουλούφι δραπετεύει από την κοτσίδα και της καλύπτει το μάτι. Προς στιγμή ξεχνιέμαι θαυμάζοντας το όμορφο πρόσωπό της και χάνω αυτό που λέει μετά.

– Τι μου είπες;

Η Ελπίδα κουνά το κεφάλι και επαναλαμβάνει την ερώτηση.

– Ντρέπεσαι για μας;, ρωτά και μια σκιά λύπης σκοτεινιάζει τα μελιά της μάτια.

– Δεν ντρέπομαι, απαντώ με κατηγορηματικό τρόπο γιατί είναι η αλήθεια. Δεν είναι αυτός ο λόγος που αποφεύγω να μιλήσω στην αδελφή μου.

– Τότε;, επιμένει εκείνη.

– Θα της το πω, λέω αντί να απαντήσω σε αυτό που με ρωτά πραγματικά.

Η Ελπίδα σηκώνει το φρύδι. Δεν με πιστεύει και δεν την αδικώ. Το ψέμα είναι ολοφάνερο ακόμη και στα δικά μου αυτιά. Δεν έχω σκοπό να μιλήσω στην αδελφή μου, τουλάχιστον όχι σύντομα. Το ξέρω πως με αγαπά, αλλά θα με καταλάβει; Δε θέλω να χάσω το δέσιμο που έχουμε. Ούτε όμως θέλω να κρύβομαι. Γιατί να πρέπει να είναι ολόκληρο θέμα; Γιατί δεν μπορεί απλώς να μου αρέσει η Ελπίδα χωρίς να χρειάζεται να δώσω εξηγήσεις;

– Ξένια, είναι η αδελφή σου, αν είστε δεμένες όπως λες θα καταλάβει, λέει η Ελπίδα και μου σφίγγει το χέρι.

– Φοβάμαι πως δε θα με βλέπει το ίδιο και θα απομακρυνθεί, παραδέχομαι.

– Δε θα είναι χειρότερα αν το κρύψεις και το ανακαλύψει τυχαία;

– Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν θα ήταν πιο εύκολο αν δεν ήμουν διαφορετική, παραδέχομαι ηττημένη και βουλιάζω στην καρέκλα μου.

Η Ελπίδα δεν μου απαντά, σηκώνεται όρθια, κάθεται στην καρέκλα δίπλα μου και με φιλά απαλά στο στόμα. Είναι το πρώτο μας φιλί και είναι σύντομο και γλυκό και για μια στιγμή δεν με πειράζει που είμαι διαφορετική και όλα είναι εντάξει στον κόσμο. Όλα βγάζουν νόημα.

Η Ελπίδα κάνει προς τα πίσω και μου χαϊδεύει το μάγουλο. Το κάτω χείλος της είναι παγιδευμένο ανάμεσα στα δόντια της και αντιλαμβάνομαι πως και αυτή έχει άγχος. Αγγίζω με το δάχτυλό μου τα χείλη της και τα ελευθερώνω από τα δόντια της. Η Ελπίδα μου χαρίζει το όμορφο χαμόγελο που φτάνει μέχρι τα μάτια της και με κέρδισε από την πρώτη στιγμή.

– Καλύτερα;, με ρωτά.

– Καλύτερα, απαντώ.

– Πάρε όσο χρόνο θες, δεν υπάρχει βιασύνη. Δεν έχω πρόβλημα να μην το πούμε σε κανέναν, να σε περιμένω.

Η καρδιά μου φουσκώνει στο άκουσμα των λόγων της. Παραείναι καλή για να είναι αληθινή.

– Σίγουρα;, τη ρωτώ με δισταγμό. Δεν θέλω να της περάσει από το μυαλό πως την κοροϊδεύω ή ότι τα συναισθήματά μου δεν είναι αληθινά.

– Σίγουρα. Ούτε για εμένα είναι εύκολο. Μπορεί να το έχω πει στους γονείς μου, αλλά δεν πέταξαν και από τη χαρά τους. Έχω την αίσθηση ότι ελπίζουν πως είναι κάποια φάση και θα μου περάσει.

– Τουλάχιστον εσύ τους το είπες.

– Ξένια μου δεν υπάρχει χρονοδιάγραμμα. Όταν θα είσαι έτοιμη θα τους το πεις.

– Φοβάμαι.

Κάθε πρωί εμψυχώνω τον εαυτό μου στον καθρέφτη μα μόλις βρεθώ πρόσωπο με πρόσωπο με την αδελφή μου δειλιάζω και αλλάζω θέμα.

– Αν θες, όταν είσαι έτοιμη, μπορώ να είμαι μαζί σου.

– Αλήθεια; ρωτώ έκπληκτη.

– Αλήθεια, απάντα και μπορώ να δω την ειλικρίνεια στα μάτια της.

– Σε ευχαριστώ.

Δεν ξέρω πως στάθηκα τόσο τυχερή και αρέσω στην Ελπίδα, μα δεν έχω σκοπό να αγχωθώ και γι’ αυτό τώρα. Είπαμε αρκετά σοβαρά πράγματα για μια μέρα. Έτσι κι αλλιώς είναι το τρίτο μας ραντεβού, άλλα πράγματα φανταζόμουν πως θα κάναμε. Βάζω το χέρι μου στο σβέρκο της και φέρνω τα πρόσωπά μας κοντά. Νιώθω την ανάσα της πάνω μου και δεν περιμένω άλλο, καλύπτω την απόσταση ανάμεσά μας και τη φιλώ. Δίνουμε πεταχτά φιλιά στα χείλη και μπορώ να γευτώ το λιπγκλός που φορά. Η καρδιά μου χτυπά σαν τρελή. Η Ελπίδα ανοίγει το στόμα της και το φιλί γίνεται πιο παθιασμένο. Προσπαθώ να αγνοήσω τη φωνή στο πίσω μέρος του μυαλό μου που μου θυμίζει πως είμαστε σε δημόσιο χώρο, πως μας βλέπει κόσμος και κάποιοι μπορεί να μας κατακρίνουν ή και να αντιδράσουν άσχημα. Κλείνω τα μάτια και όλα γύρω μου εξαφανίζονται. Το μόνο που μένει είναι η Ελπίδα και η αίσθηση της γλώσσας της πάνω στη δική μου.

Το συναίσθημα είναι απελευθερωτικό.

Ξέρω ότι όταν ανοίξω πάλι τα μάτια όλες μου οι αγωνίες θα επιστρέψουν. Αυτή τη φορά όμως δε θα είμαι μόνη μου, θα έχω την Ελπίδα. Και αν η πραγματικότητα γίνει ξανά ανυπόφορη θα έχω τα φιλιά της να με βοηθήσουν να ξεχαστώ και να πάρω δύναμη. Και ποιος ξέρει ίσως αν με φιλήσει αρκετές φορές μπορεί να βρω το θάρρος να μη φοβάμαι πια.

 

Αν σου άρεσε η ιστορία, ψήφισέ την εδώ.